Skip to main content Scroll Top
1-A
Α. Ποινική Νομοθεσία: εθνικό και διεθνές πλαίσιο, ΜΜΕ και «κοινό περί δικαίου αίσθημα»


Συνέδριο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων: «Αντεγκληματική πολιτική, Ποινική νομοθεσία και Δικαιοσύνη»

1η Μέρα - Πρώτη Συνεδρία

της Άντας Ψαρρά 

[30.11.2024]

[βλ. Α΄ ΜΕΡΟΣ]

[βλ. Β΄ ΜΕΡΟΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ]

[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]

Ο αν. καθηγητής Εγκληματολογίας στο Northumbria Univercity (Αγγλία) Γιώργος Παπανικολάου μίλησε για το αδιέξοδο της αυστηροποίησης και τις εναλλακτικές τάσεις στην αντεγκληματική πολιτική. Ο εισηγητής τόνισε το ότι ιστορικά στην Ελλάδα το μέγεθος της εγκληματικότητας υπήρξε και παραμένει χαμηλό σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τον καθηγητή, υπάρχουν πλέον πλούσια δεδομένα, επιστημονική βιβλιογραφία και εμπειρική εγκληματολογική έρευνα σε χώρες που αντίθετα με την Ελλάδα διαθέτουν επάρκεια στατιστικών δεδομένων που κατατείνουν στο ότι η διάρκεια της προβλεπόμενης ποινής δεν μπορεί να συσχετιστεί με την κίνηση του αριθμού των εγκλημάτων. Τόνισε πως τα μεγαλύτερα ποσοστά υποτροπών όπως καταγράφονται στις έρευνες προέρχονται από ανθρώπους που φυλακίστηκαν αντίθετα με όσους κατευθυνθήκαν σε άλλους εναλλακτικούς της έκτισης ποινής τρόπους ενώ η ίδια η φυλακή είναι εγκληματογόνος. «Η περιορισμένη επίδραση των ποινών εγκλεισμού στην υποτροπή πρέπει να θεωρηθεί ως εγκληματολογικό γεγονός».

Όλα τα παραπάνω, παρατήρησε ο κ. Παπανικολάου, συνηγορούν στη σκέψη πως η αυστηροποίηση και η αχρήστευση του δράστη είναι αδιέξοδο και το γεγονός αυτό έχει αρχίσει να γίνεται συνείδηση όχι μόνο στον επιστημονικό κόσμο αλλά και στο εσωτερικό των συστημάτων ποινικής δικαιοσύνης. «Μνημονεύω εδώ το λεγόμενο κίνημα των προοδευτικών εισαγγελέων στις ΗΠΑ που έχει πλέον ερείσματα σε μεγάλες πόλεις, όπου βέβαια οι τοπικοί εισαγγελείς είναι εκλεγμένοι, κάνουν χρήση των ευκαιριών που διαθέτουν, ώστε να στρέψουν το όλο σύστημα σε μια κατεύθυνση λιγότερο τιμωρητική, περισσότερο καθοδηγούμενη από τα δεδομένα κι έτσι περισσότερο ανοιχτή σε στρατηγικές απομάκρυνσης από τον εγκλεισμό και το βαρύ χέρι της ποινικής καταστολής». Κατέληξε δε λέγοντας: «Από την επιστήμη ήδη γνωρίζουμε πως ένα ηπιότερο καθεστώς ποινικών κυρώσεων δεν τις καθιστά λιγότερο αποτελεσματικές σε σχέση με τον έλεγχο της εγκληματικότητας και την πρόληψη της υποτροπής. Αν όλοι συνειδητοποιήσουμε το αδιέξοδο με τη συνεισφορά και της επιστήμης θα μπορέσουμε να αναρωτηθούμε ανοιχτά και θαρραλέα πλέον για το αν μια κοινωνία η οποία είναι βαθύτατα τραυματισμένη από απανωτές κρίσεις χρειάζεται αυτή τη στιγμή μια επένδυση στην τιμωρητικότητα και την καταστολή και όχι στις δημιουργικές και θεραπευτικές ιδιότητες την κοινωνίας, των ανθρώπινων σχέσεων, της φροντίδας και της ανθρωπιάς. Εύχομαι να συμβάλλουν οι εργασίες του Συνεδρίου και η δραστηριότητα της ΕνΔΕ για την ενίσχυση του κύρους της δικαιοσύνης και αρωγής του σωφρονισμού της δικαστικής λειτουργίας, στη διαμόρφωση ενός πολιτικού σώματος επαρκώς και σωστά πληροφορημένου για τα τεράστια ηθικά και πολιτικά ζητήματα που εγείρουν οι τρέχουσες πολιτικές επιλογές».

Στη συνέχεια τοποθετήθηκε η πρόεδρος Εφετών Κατερίνα Παπαβασιλείου με θέμα τις αιτίες της εγκληματικότητας στις σύγχρονες κοινωνίες. Είναι πραγματικά κρίμα που η ομιλία της δεν θα γίνει αντικείμενο διδασκαλίας στο περίκλειστο υπουργείο του κ. Χρυσοχοΐδη και ούτε θα μεταδοθεί από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Μίλησε για τις θεωρίες που ιστορικά διατυπώθηκαν για τις αιτίες του εγκλήματος από τον περιβόητο Λομπρόζο και τις εμμονές του για τα γονιδια του εγκληματία, μέχρι τις σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις του διεθνώς αναγνωρισμένου κοινωνιολόγου και καθηγητή στα κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια Ρόμπερτ Μέρτον που αποτέλεσαν σταθμό για την εγκληματολογία. Ο Μέρτον μελέτησε τον αμερικανικό καπιταλισμό ειδικά στη περίοδο της οικονομικής ύφεσης και εστίασε στις συνέπειες του στη συμπεριφορά των ανθρώπων. «Σύμφωνα με τον Μέρτον σε μια κοινωνία οι κανόνες χάνουν το κύρος τους όταν οι προτεραιότητες και η σημασία δίνεται στην επίτευξη των υλικών στόχων ενώ υποβαθμίζεται και περιθωριοποιείται η σημασία της θεσμικής νομιμότητας» εξήγησε η εισηγήτρια καταλήγοντας στο ότι με δύο λόγια χάνουν οι νόμοι το κύρος τους στη συνείδηση των ανθρώπων που πιέζονται να πετύχουν στόχους χωρίς να τους παρέχονται τα κοινωνικά μέσα, χωρίς πρόσβαση σε κάποια ευκαιρία με συνέπεια να ρέπουν στην εγκληματικότητα».

Η εισηγήτρια αναφέρθηκε και στον Αμερικανό εγκληματολόγο Έντγουιν Σάδερλανττ που το 1940 τόλμησε να επισημάνει την εγκληματική συμπεριφορά ατόμων με «υψηλή κοινωνική θέση», ορίζοντας ως έγκλημα λευκού κολάρου την παράβαση του ποινικού δικαίου από άτομα της ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. «Το σκέλος αυτό της θεωρίας του Σάδερλαντ δημιούργησε αληθινή τομή στην εγκληματολογική θεωρία διότι αποσυνέδεσε την έως τότε σύνδεση του εγκλήματος με τις κατώτερες τάξεις» τόνισε η εισηγήτρια και όλοι όσοι την ακούσαμε σκεφτήκαμε το πραγματικά κατά κανόνα ατιμώρητο έγκλημα.

Στη συνεχεία, μιλώντας για τις αιτίες του εγκλήματος εξήγησε το πώς «η ντε φάκτο συρρίκνωση της κοινότητας και η μη κοινωνική ένταξη ατόμων σε ένα περιβάλλον με προστασία, με αναγνώριση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με διασφάλιση της πρόσβασης τους στο σύστημα κοινωνικής προστασίας, με συμμετοχή στις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες και ιδιαίτερα στην Ελλάδα οδηγούν στην αύξηση του αριθμού των κοινωνικά αποκλεισμένων ανθρώπων». Αναφέρθηκε στους μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα, στους πρόσφυγες, στους άνεργους νέους, στους άστεγους και σε όλους εκείνους που δεν είναι σε θέση ούτε να διεκδικήσουν ούτε να προστατέψουν τα δικαιώματά τους και αναγκαστικά τα επιλύουν εκτός του συστήματος της έννομης τάξης. «Πολίτες υπό προϋποθέσεις ενώ η κοινωνική προστασία και το νομικό σύστημα δεν έχουν επεκταθεί σε αυτούς παρά μόνο -αν βέβαια γίνει αυτό – της προστασίας τους ως θυμάτων». Μίλησε για τον υπόκοσμο που εκφοβίζει και εκμεταλλεύεται «την γκρίζα ζώνη κοινωνικών χώρων στην οποία ο πληθυσμός ζει σύμφωνα με τους κανόνες που διαμορφώνονται ντε φάκτο έξω από την ιδεατή έννοια της συντεταγμένης κοινότητας και συχνά έξω από κάθε νομικό κανόνα που θα μπορούσε να τους προστατέψει». Η δικαστική λειτουργός προχώρησε στη διαπίστωση πώς «ενώ η κοινωνία των πολιτών συρρικνώνεται αυξάνεται ένας ολόκληρος κόσμος που εξ ορισμού δυστυχώς δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε ιδέα πρόληψης. Ο νόμος δεν φτάνει ως εκεί!» Μίλησε για την περιθωριοποίηση, την ένταση εγκληματικότητας που τροφοδοτεί ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον και φυσικά για τις διακρίσεις σε βάρος των Ρομά, των οποίων οι όποιες παραβατικές συμπεριφορές δεν αφορούν βεβαίως την εθνοτική τους ταυτότητα αλλά τη φτώχεια και τον αποκλεισμό. Αναφέρθηκε συνοπτικά στην κουλτούρα της βίας ως πολιτισμικής αξίας σε μια γενικευμένη αίσθηση κοινωνικής αδικίας και έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς που οδηγεί τους ανθρώπους να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Μίλησε τέλος για την περισσότερο πλέον ορατή ενδοοικογενειακή βία παρατηρώντας ότι «δυστυχώς στον 21ο αιώνα η πατριαρχική ιδεολογία έχει επιτύχει να επανέλθει στο προσκήνιο και να συνδεθεί με όλα τα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα». Και ο νοών νοείτω! «Αντί ο δημόσιος διάλογος και η μέριμνα του νομοθέτη να επικεντρώνεται γύρω από την άνοδο ή μη της εγκληματικότητας και στην ποινική καταστολή σκόπιμο θα ήταν να επικεντρώνεται και να εξαντλείται στην πρόληψη της που σίγουρα δεν είναι αυτά αλλά είναι η παιδεία, οι κοινωνικές δομές κ.α. Η νομοθετική αυστηροποίηση και η καταστολή δεν αποτελούν πειστικό αφήγημα». Κλείνοντας, η δικαστική λειτουργός δήλωσε ότι θα γίνει συναισθηματική θεωρώντας ότι οι ιδιότητες της ως νομικού και ως δικαστή είναι συμβατές με την ανθρώπινη ιδεαλιστική και συναισθηματική προσέγγιση που κάθε άλλο παρά σήμερα περισσεύει. Έκανε λοιπόν μια ευχή συνοδεύοντας την με τον στίχο του Ελύτη «ο κόσμος είναι ακόμα ωραίος για να γεννηθείς». Ας το ελπίσουμε.

Επόμενη εισηγήτρια η δικαστική συντάκτρια της ΕΡΤ Ντίνα Τσουκαλά η οποία μίλησε για την αμφιλεγόμενη έννοια του κοινού περί δικαίου αισθήματος όπως αυτό εκφράζεται από τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Με την επίκληση του κοινού περί δικαίου αισθήματος, η κοινή γνώμη αναλαμβάνει μόνη της να απαντήσει στο τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Χωρίς καν να γνωρίζει τα δεδομένα μίας υπόθεσης»,  παρατήρησε και συνέχισε: «Τηλεοπτικές εκπομπές εκτινάσσουν τα νούμερα τηλεθέασης στήνοντας τηλεδικαστήρια τα οποία δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να

αναπαράγουν το θυμό, την αγανάκτηση και την ηθική κατακραυγή για τον κατηγορούμενο ειδεχθών εγκλημάτων.. Ένα τηλεοπτικό προϊόν, μηδαμινού οικονομικού κόστους που υποθάλπει φαινόμενα αυτοδικίας, εκδίκησης και κανιβαλισμού». Μίλησε για την επιβεβλημένη στη δημοκρατία κριτική σε δικαστικές αποφάσεις αλλά και για το πώς θεμελιώνεται στους πολίτες η αμφισβήτηση για την απόδοση δικαιοσύνης όταν βλέπουν πως δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους. «Η Πολιτεία οφείλει να συμμορφώνεται στη διαχρονική απαίτηση της κοινωνίας για ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη Δικαιοσύνη, με τη θεσμική της θωράκιση και την αποκοπή υπόγειων ή φανερών συνδέσεων που αποτελούν βαρίδια στη λειτουργία της και αιτίες δυσπιστίας του κόσμου έναντι των λειτουργών της».

Εξαιρετικά διαφωτιστική η εισήγηση του ομ. καθηγητή νομικής ΕΚΠΑ και προέδρου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, Ιωάννη Γιαννίδη με θέμα «ΜΜΕ, κοινό περί δικαίου αίσθημα και δικαστικό φρόνημα». Αιχμηρά τοποθετήθηκε με αφορμή την παρουσία πολλών επιστημόνων στο συνέδριο για «την πλήρη πλέον αποκοπή τους από το πεδίο της νομοπαρασκευαστικής λειτουργίας και τη διάρρηξη μιας συνεργασίας που αποτελούσε παράδοση. Η αποκοπή αυτή είναι πλέον εμφανής στα νεαρά νομοθετικά προϊόντα». Με πίνακες που αποτύπωσαν την πολυπλοκότητα και το αμφίδρομο της ροής πληροφοριών που εισβάλλουν προς τον κάθε αποδέκτη και αφού διαχώρισε τα ΜΜΕ στα κλασικά (εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση) και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέλυσε το πώς επηρεάζεται δραματικά και πώς διαμορφώνεται το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα. «Κι αν για τους δημοσιογράφους υπάρχουν έστω θεωρητικά αρχές και κανόνες που ρυθμίζουν τα της ροής πληροφοριών αυτό δεν μπορεί να το ισχυριστεί κανείς όταν ρυθμιστής ροής είναι ο οποιοσδήποτε γράφει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παράγοντας δε που επηρεάζει καθοριστικά τους ρυθμιστές ροής είναι και το όποιο πολιτικό περιβάλλον». Ο κ. Γιαννίδης κατέδειξε στη συνεχεία το πώς διαμεσολαβείται και διαμορφώνεται η πληροφορία από τους όποιους ρυθμιστές της προς τον τελικό παραλήπτη δηλαδή τον πληθυσμό ή την κοινή γνώμη. Έθεσε το ερώτημα αν είναι μέγεθος εμπειρικά μετρήσιμο το κοινό περί δικαίου αίσθημα. «Η ιστορική γνώση δείχνει ότι το μέγεθος αυτό ουδέποτε κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί εμπειρικά. Στο περίφημο κείμενο του Φρίντριχ φον Σαβινύ (1814) για το καθήκον του καιρού μας για τη νομοθεσία και τη νομική επιστήμη εμφανίζεται ως κεντρικό μέγεθος. Ο Σαβινύ (ιδρυτής της ιστορικής σχολής του δικαίου που έφερε τον γερμανικό Αστικό Κώδικα μερικές δεκαετίες αργότερα το 1900 σε ισχύ) θεωρούσε ότι το δίκαιο πηγάζει από το λαό αλλά διαπλάθεται από τους νομικούς. Μιλούσε για το πνεύμα του λαού και την υγιή λογική του λαού όμως ποτέ δεν χρησιμοποίησε εκφράσεις όπως το υγιές περί δικαίου αίσθημα του λαού όπως αυτές κατέστησαν ακόμα και νομοθετικό κείμενο 120 χρόνια μετά στη ναζιστική δικτατορία. Τα 12 χρόνια του ναζισμού πηγή αξιόποινου καθίστατο ευθέως το υγιές αίσθημα του λαού ανατρέποντας σε όλο της το περιεχόμενο της αρχής “κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς υφιστάμενο νόμο”». Ο καθηγητής εξήγησε πώς ακόμα κι αν διαχρονικά κάποιες απόψεις στη βιβλιογραφία και την ελληνική αναφέρονταν στο υγιές αίσθημα του λαού εντούτοις ουδέποτε υπήρξε συζήτηση για πιθανούς τρόπους μέτρησής του. Μίλησε ακόμα για κάποιους επιστήμονες και θεωρητικούς που το θεωρούσαν απλώς ως αντικείμενο διάγνωσης και μέθοδο ερμηνείας του δικαστή. «Οι απόψεις αυτές κατέληγαν τελικά στο ότι ο δικαστής είναι ουσιαστικά ο μόνος εκφραστής του κοινού περί δικαίου αισθήματος με τη λογική ότι αφού ο δικαστής είναι και αυτός μέλος του λαού έχει εγγενή γνώση για το τι αποτελεί λαϊκό περί δικαίου αίσθημα. Είναι δηλαδή κατά κάποιο τρόπο μπολιασμένος με το υγιές αίσθημα περί δικαίου. Αυτά λεγόντουσαν παλιότερα και ακόμα δεν τα λέμε εδώ αλλά δεν ξέρω αν ήμαστε καθοδόν….» παρατήρησε με νόημα ο κ. Γιαννίδης και συνέχισε: «Κι αν η αντίληψη του λαού διαμορφώνεται βάση της συγκεκριμένης ροής πληροφοριών που είδαμε το αίσθημα αυτό δεν θα διέφερε αν η ροή πληροφοριών ήταν μια άλλη;» Τέλος ο κ. Γιαννίδης τόνισε πως «ακόμα κι αν κάπως αποδεκτά μεταφράσουμε τη μεταφυσική πίστη σε κάποιο κοινό περί δικαίου αίσθημα διαγιγνώσκοντας ορθά αυτό που μπορεί πράγματι να είναι, δηλαδή τίποτε άλλο από το περί δικαίου αίσθημα του in concreto δικαστή για την in concreto υπόθεση, τότε έχουμε μια τελείως διαφορετική εικόνα. Το ατομικό συναίσθημα του Δικαίου δεν είναι κάτι το δογματικά ή αξιολογικά εξοβελιστέο από τη δικανική κρίση. Η μορφή όμως που μπορεί να πάρει δεν οδηγει στην παραβίαση του ουσιαστικού δικονομικού δικαίου. Ο ουσιαστικός νομος πρέπει να τηρηθεί και η απόφαση να αιτιολογηθεί .Το περί δικαίου αίσθημα του δικαστή μπορεί να ληφθεί υπόψη σε μια δίκαιη κρίση εντός της διακριτικής του ευχέρειας όσον αφορά π.χ. το μέτρο ή την αρχή της επιείκειας στην επιβολή της ποινής. Από εκεί και πέρα το ποινικό δίκαιο είναι πρωτίστως και τίποτε άλλο από θετικό δίκαιο κι ελπίζω να παραμείνει …».

Κλείνοντας τον πρώτο κύκλο των εισηγητών η συντονίστρια του πάνελ Β. Πάπαρη σημείωσε μεταξύ άλλων «ότι οι εξωθεσμικές προσπάθειες εναρμόνισης μιας δικαστικής απόφασης με το κοινό περί δικαίου αίσθημα είναι άκρως επικίνδυνες και φυσικά απορριπτέες, αφού η κρίση των απλών πολιτών που εκφράζουν τον συγκεκριμένο όρο διαμορφώνεται χωρίς φυσικά να γνωρίζουν τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης».  

[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]

[βλ. Α΄ ΜΕΡΟΣ]

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.