Skip to main content Scroll Top
Tassis
Από τις εκκενώσεις κτιρίων
στον βίαιο εξευγενισμό
Όταν οι τσιμεντόλιθοι σφραγίζουν τη ζωή στις γειτονιές μας

του Τάση Παπαϊωάννου
(Αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ)

[8.8.2026]

Η στεγαστική κρίση διαρκώς μεγεθύνεται, δίχως να διαφαίνεται κάποια λύση που θα έδινε ανάσα σε χιλιάδες νοικοκυριά της Αθήνας. Τα ενοίκια σε κεντρικές γειτονιές είναι απλησίαστα, οι τιμές των ακινήτων έχουν σκαρφαλώσει σε δυσθεώρητα ύψη και η εξεύρεση στέγης είναι πλέον αδύνατη για πολλούς συμπολίτες μας. Την ίδια ώρα, αναρίθμητα κτίρια παραμένουν κλειστά και αναξιοποίητα, συνθέτοντας ένα οξύμωρο σχήμα: τη στιγμή που ο κόσμος δεν βρίσκει σπίτι, η πόλη είναι γεμάτη με «άδεια ντουβάρια».

Αυτό το πλήθος των ανενεργών κτισμάτων στέκει σήμερα ακατοίκητο στις γειτονιές μας. Σφραγισμένα με τσιμεντόλιθους και λαμαρίνες, τα κτίρια αυτά συμβολίζουν την ακύρωση της αρχιτεκτονικής και την αυταρχική επιβολή μιας κρατικής ιδεοληψίας. Πρόκειται για χώρους που εκκενώθηκαν βίαια από την αστυνομία, η οποία συνέλαβε και εξεδίωξε τους νεαρούς καταληψίες που τους είχαν δώσει ξανά ζωή. Φαίνεται πως για το σύστημα είναι προτιμότερο τα κτίρια να ρημάζουν εγκαταλειμμένα, παρά να παραμένουν ενεργά από ανθρώπους που αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη και οραματίζονται έναν άλλο κόσμο.

Τι κι αν μια τέτοια πολιτική απονεκρώνει και υποβαθμίζει ολόκληρες περιοχές, τι κι αν οδηγεί στην απελπισία και στην απόγνωση πολλές οικογένειες που αναζητούν φθηνή στέγη; Τίποτα δεν μοιάζει ικανό να βάλει φρένο στα επιχειρηματικά σχέδια ανάπλασης ολόκληρων περιοχών που στοχεύουν αποκλειστικά στο κέρδος. Υποβαθμίζεται μια γειτονιά; Τόσο το καλύτερο, αφού έτσι δημιουργούνται ακόμη ευνοϊκότερες συνθήκες φθηνής αγοράς και μελλοντικής κερδοσκοπίας. Η σπέκουλα πάνω στην αθηναϊκή γη συνεχίζεται αμείωτη και δεν λέει να τελειώσει.

Ένας αόρατος πόλεμος συντελείται καθημερινά και μεθοδευμένα στην πόλη. Τίποτε δεν είναι αθώο ή τυχαίο. Για να αντιληφθούμε τις δραματικές επιπτώσεις του, ας στρέψουμε το βλέμμα μας στους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας που είναι τα πρώτα θύματα του real estate και της τουριστικής λαίλαπας που έχει ενσκήψει στην Αθήνα﮲ του εξευγενισμού που σαρώνει τη μια γειτονιά μετά την άλλη, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό της πρωτεύουσας.

Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται εκ νέου η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, με την κατάληψη ανενεργών χώρων να αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ως «έγκλημα καθοσιώσεως». Επιστρατεύοντας μια πολωτική ρητορική ακροδεξιάς προέλευσης και εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα το δόγμα «νόμος και τάξη», η εκτελεστική εξουσία έχει αναγάγει την εκκένωση κάθε κατειλημμένου χώρου σε κεντρικό πυλώνα της κυβερνητικής ατζέντας. Κι όλα αυτά από μια κυβέρνηση βυθισμένη στα σκάνδαλα, η οποία έχει μετατρέψει σε κουρελόχαρτο το Σύνταγμα της χώρας.

Η ισοπεδωτική αυτή προσέγγιση, ωστόσο, παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες και τις κοινωνικές συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε διαφορετική περίπτωση. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας εξιδανικεύεται ως απόλυτο θέσφατο, που υποτίθεται ότι απειλείται, τη στιγμή που αποσιωπάται συστηματικά ότι η πλειονότητα αυτών των κενών κτιρίων συνιστά περιουσία δημόσιων φορέων – η οποία θα όφειλε να διατίθεται για την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών των πολιτών. Μήπως, εντέλει, ο πραγματικός συμβολισμός μιας κατάληψης δεν είναι άλλος από την αποτύπωση της εμφατικής απουσίας κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής στη χώρα μας;

[Τάση Παπαϊωάννου, Ακρυλικό σε χαρτί] 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κατειλημμένες προσφυγικές πολυκατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας και η κοινότητα των τετρακοσίων και πλέον ανθρώπων που κατοικεί εκεί ήδη από το 2010. Πρόκειται για κτίρια που έστεκαν εγκαταλειμμένα από το κράτος και ρήμαζαν ασυντήρητα, κινδυνεύοντας σταδιακά να καταρρεύσουν, παρόλο που είχαν κριθεί στο σύνολό τους από το ΣτΕ ως διατηρητέο αρχιτεκτονικό και ιστορικό μνημείο. Σε αυτά τα άδεια διαμερίσματα φώλιασε μια υποδειγματική αυτοοργανωμένη κοινότητα, η οποία τους έδωσε ξανά ζωή. Επισκευάζοντας και συντηρώντας εδώ και δεκαέξι χρόνια τους εσωτερικούς χώρους, η κοινότητα αναζητά εναγωνίως τη θεσμική άδεια να προχωρήσει και στην αποκατάσταση του εξωτερικού κελύφους, το οποίο βρίσκεται σε κακή κατάσταση.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Δήμος Αθηναίων, αφουγκραζόμενος τις ανάγκες των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων των Προσφυγικών, προχώρησε σε ένα καίριο και συμβολικό ψήφισμα. Με αυτό, ζητά τη διενέργεια ουσιαστικής διαβούλευσης, όπως άλλωστε επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις, και στέκεται εμφατικά απέναντι σε κάθε ενέργεια εκκένωσης και εκτοπισμού. Πρόκειται για μια σαφή στήριξη σε μια ιστορική γειτονιά της Αθήνας που ξαναζωντάνεψε, αποδεικνύοντας στην πράξη πώς μια αυτοοργανωμένη δομή μπορεί να παράγει -δίχως την αρωγή του κράτους- σημαντικό κοινωνικό έργο.

Ωστόσο, η απάντηση από την πλευρά της κυβέρνησης ήταν για ακόμη μία φορά προκλητικά αρνητική. Αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις ανθρώπινες ανάγκες και επιδιώκοντας να επιδείξει μηδενική ανοχή και πυγμή, καθώς και μια προσχηματική προσήλωση στην εφαρμογή του νόμου, διαμηνύει με αυταρχικό ύφος και απειλεί με μελλοντικό ξερίζωμα την πιο δυναμική και δημιουργική κοινότητα κατάληψης στον ελλαδικό χώρο. Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι η κοινότητα των κατειλημμένων Προσφυγικών ουδέποτε διεκδίκησε την ιδιοκτησία των χώρων, παρά μόνο τη χρήση τους. Διεκδικεί, δηλαδή, τη συνεχή προστασία της ζωής των ευπαθών κοινωνικών ομάδων που στεγάζονται εκεί, διατηρώντας το μοναδικό ενεργό συγκρότημα προσφυγικής κατοικίας στην Αθήνα — τον ίδιο τον ορισμό της κοινωνικής κατοικίας!

Ο πολύχρονος αγώνας της κοινότητας, με αποκορύφωμα την απεργία πείνας δύο κατοίκων της, συγκέντρωσε στο πλευρό της ένα μεγάλο κύμα αλληλέγγυων πολιτών που τη στηρίζει ενεργά σε καθημερινή βάση. Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι παρεμβάσεις και οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών και φορέων, οι οποίοι καταγγέλλουν την κρατική αδιαλλαξία και την καταπάτηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για κείμενα που αναδεικνύουν με τον πλέον σαφή και εκκωφαντικό τρόπο την τεράστια απόκλιση της κυβέρνησης από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το κράτος δικαίου, το οποίο για ακόμη μία φορά καταστρατηγείται στη χώρα μας.

Αποτελώντας έναν ηχηρό αντίλογο στη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική, η αυτοοργανωμένη κοινότητα των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας ζωντανεύει και αποκαθιστά ένα ιστορικό μνημείο, διεκδικώντας τη χρήση του απέναντι στην κρατική εγκατάλειψη και την απειλή του ξεριζωμού. Το εγχείρημα αυτό φέρνει στο προσκήνιο την επείγουσα ανάγκη για κοινωνική κατοικία, αποδεικνύοντας ότι η αρχιτεκτονική εκπληρώνει τον προορισμό της μόνον όταν επιστρέφει εκεί όπου ανήκει: στην ίδια την κοινωνία. Ας μη λησμονούμε τη διαχρονική αλήθεια ότι ο αρχιτεκτονικός χώρος αποκτά υπόσταση και λειτουργεί πραγματικά μόνο από τη στιγμή που κατοικείται.

 

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.