Skip to main content Scroll Top
John Mayall
Χωρίς τον Τζον Μάγιαλ

 

της Άντας Ψαρρά 

[25.7.2024]

Πίσω μακριά στη δεκαετία του ’60 και συγκεκριμένα το 1963 ο θρυλικός λευκός μπλουζίστας Τζον Μάγιαλ (John Mayall) «κατέβηκε» από το δεντρόσπιτο στο σπίτι των γονιών του για να δοκιμάσει την τύχη του ως μουσικός στο Λονδίνο. Η δοκιμή -όπως αποδείχτηκε πολύ γρήγορα- ήταν μια συγκλονιστική πορεία στα άδυτα του μπλουζ και της ροκ, ενώ δίπλα στον μεγάλο μουσικό και τραγουδιστή άστραψαν στη συνέχεια σπουδαίοι ροκάδες όπως ο Έρικ Κλαπτον, ο Μικ Τέιλορ, ο Μικ Φλίτγουντ και ο Πίτερ Γκριν.
Ο Τζον Μαγιαλ πέθανε χθες σε ηλικία 90 ετών έχοντας προ πολλού διακόψει την μουσική του παρουσία, έχοντας αφήσει πίσω του οριστικά τη σκηνή των φοβερών συναυλιών, έχοντας συμβάλλει καθοριστικά στον πλούτο της μουσικής και των τραγουδιών που μίλησαν και μιλούν σε πολλές «ανήσυχες» γενιές. Πλούσια ρεπορτάζ για τον Τζον Μαγιαλ και την μοναδική του καριέρα όπως και συγκινητικοί αποχαιρετισμοί δημοσιεύτηκαν χθες στα διεθνή και στα ελληνικά ΜΜΕ.   
Κάποιοι από μας που αγαπήσαμε όλη αυτή τη φοβερή γενιά των ροκάδων είχαμε την τύχη να ακούσουμε ζωντανά τον Μάγιαλ με τους Bluesbreakers στην Αθήνα και να μιλήσουμε μαζί του την εποχή που κάναμε τα πρώτα μας βήματα στη δημοσιογραφία. Ήταν Ιούνιος του 1983 και ο Μάγιαλ έπαιζε ξανά μαζί με τον Μικ Τέιλορ στο θέατρο του Λυκαβηττού (δύο συνεχόμενες μέρες 16 και 17 Ιουνίου). Το θέατρο κυριολεκτικά κατακλύστηκε από τη νεολαία ενώ δεκάδες νέοι και νέες μπήκαν στον χώρο χωρίς εισιτήριο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση («ταραξίες ροκάδες» τους αποκαλούσε η εφημερίδα «Τα Νέα»). Η συνέντευξη που μας έδωσε την επομένη της συναυλίας δημοσιεύτηκε στο αριστερό περιοδικό «Σχολιαστής» (τχ. 4, Ιούλιος 1983).       

Συζήτηση με τον John Mayall

Το βράδυ πριν από τη συναυλία, συναντήσαμε μαζί με τους δημοσιογράφους του ημερήσιου τύπου τον Τζον Μάγιαλ και μιλήσαμε για λίγο μαζί του. Ήταν πολύ «ευχάριστη» συνέντευξη γιατί ό Μάγιαλ ήταν εντυπωσιακά άνετος και καθόλου στημένος. Η εικόνα που μας έδωσε μιλώντας ταίριαζε φοβερά με όσα διηγόταν για το blues, τον τρόπο που δουλεύει και γενικά τη ζωή που κάνει. 

Σημειώνουμε λοιπόν με Δημ. τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, με Σ. τις ερωτήσεις του «Σχολιαστή» και με Τ.Μ. τις απαντήσεις του Τζον Μάγιαλ.

Δημ.: Τι εννοείς όταν λες άτι το blues θα ζει για πάντα; Ποιος είναι ο τρόπος που επιβιώνει το blues; Εννοείς ότι μπορεί κι ακούγεται ακόμα η άτι μπαίνει σε νέα πρότυπα ζωής και νέες μουσικές φόρμες;

Τ.Μ.: [χαμογελώντας ελαφρά] Είναι πολύ μπερδεμένος ο τρόπος που βάζεις την ερώτηση και ίσως μπλέκεις τα πράγματα ρωτώντας έτσι για κάτι που δεν χρειάζεται απάντηαη.

 Δημ.: Θα φταίνε τα αγγλικά μου!

 Τ.Μ.: Μάλλον δεν είναι μόνο αυτό! Το blues είναι κάτι που δεν εξαρτάται από HIT ούτε εξυπηρετεί τίποτα. Είναι κουλτούρα και παράδοση ζωντανή πού περνάει από γενιά σε γενιά. Δεν έχεις καταλάβει ότι η μουσική αυτή κυλάει ανάμεσα στο χρόνο. Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι πού να μπορούν να τραγουδήσουν και να παίξουν blues. Δεν μαθαίνεται έτσι στα ξαφνικά. Είναι όμως μια μουσική που όλοι μπορούν να ακούσουν και να συνδεθούν μαζί της.

Δημ.: Πιστεύεις ότι το blues μπορεί να μιλήσει και να διδάξει στόν σημερινό άνθρωπο;

Τ.Μ.: Στ’ αλήθεια μοιάζει να προσπαθείς να το κάνεις σοβαροφανές. Το blues είναι μουσική και δημιουργεί συναισθήματα σ’ όποιον την ακούσει. Εύκολα συνδέεσαι με τη μουσική αυτή είτε γιατί σε κάνει να λυπάσαι είτε γιατί σε κάνει να χαίρεσαι. Είναι απλό αυτό και δεν έχει σχέση με γενιές και ηλικίες.

Σ.: Κάποτε αποφάσισες να φύγεις από την Αγγλία για να μείνεις στην Αμερική. Γιατί; Και τι σήμανε αυτό για σένα και τη μουσική σου;

Τ.Μ.: Ερωτεύτηκα την Αμερική, το κλίμα, τους ανθρώπους, γι’ αυτό πήγα. Άκουγα πάντα αμερικάνικη μουσική και διάβαζα τη λογοτεχνία της Αμερικής. Ήρθε πολύ φυσικά εκείνη η απόφασή μου. Όσο για αλλαγές σε μένα και στη μουσική μου δε νομίζω ότι έγινε καμιά. Κόλλησαν όλα μαζί.

[Τελειώνοντας έδινε την εντύπωση ότι χαιρόταν μ’ αυτή τη σκέψη, σαν να την τελειοποιούσε έτσι ξαφνικά].

Σ.: Παρατηρείται τελευταία μια τάση σε διάφορα διαλυμένα συγκροτήματα να ξαναπαίξουν μαζί μετά από χρόνια σε δίσκους ή συναυλίες. Τι γνώμη έχεις γι’ αυτό;

Τ.Μ.: Πράγματι υπάρχει αυτή η τάση. Στην Αμερική το λένε αυτό για τούς Animals αλλά τέτοια μέθοδος μάλλον δεν λειτουργεί. Είναι ίσως εμπορική αλλά δημιουργεί προβλήματα και στο τέλος καταλήγουν να τσακώνονται ξανά και να μισούν ο ένας τον άλλον. Ένα συγκρότημα είναι μαζί γιατί υποτίθεται ότι το κάνει και κέφι. Υπάρχει κάτι κοινό που το μοιράζεσαι μετά και με το ακροατήριο. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Στη δικιά μου περίπτωση δούλευα πάντα σχεδόν με τον Στιβ και τον Κόλιν κι όσο για τον Μικ, παρόλο που έφυγε, παίζουμε τώρα μαζί και το χαιρόμαστε.

Δημ.: Ο τρόπος που ζεις σαν μουσικός δε μοιάζει και πολύ με αυτόν των Rolling Stones. Αυτοί ζούνε σε φοβερή ένταση συνεχώς. Τι λες γι’ αυτό;

Τ.Μ.: Δε βρέθηκα ποτέ πολύ κοντά τους για να ξέρω. Ο Μικ τα ξέρει αυτά καλύτερα και λέει ότι από ένα σημείο κι έπειτα είναι κάτι αδύνατο να τα αντέξει κανείς. Ο Μικ τους ονομάζει Strolling Bones [περιφερόμενα οστά]. Αυτό που κάνουν είναι εντελώς τρελό, θα μου ήταν αδύνατο να ζήσω έτσι. Εμείς είμαστε τέσσερις και με τον μάνατζερ πέντε και αυτό είναι όλο. Σε τέτοια τεράστια συγκροτήματα με επιτελεία τριάντα και σαράντα ατόμων ηρεμία δεν υπάρχει ποτέ. Είναι τόσο μεγάλη η πίεση και η ένταση πού φτάνει τα όρια της τρέλας.

Δημ.: Μπορείς να μάς πεις κάτι για τον Έρικ Κλάπτον που σίγουρα ξέρεις καλύτερα, μια και ξεκίνησε μαζί σου;

Τ.Μ.: Αυτό πού μ’ ενοχλεί στον Έρικ είναι η συνήθειά του να χρησιμοποιεί άλλον κιθαρίστα στο συγκρότημά του. Τη στιγμή όμως που ο ίδιος πιάνει την κιθάρα στα χέρια του γίνεται ο καλύτερος συνδυασμός τελειότητας. Όταν ο Έρικ παίζει μια νότα είναι μεγαλείο.

Σ.: Συνήθως φτιάχνεις από τα πριν τις ενορχηστρώσεις στα τραγούδια σου ή υπάρχει δυνατότητα αυτοσχεδιασμού στα νέα κομμάτια;

Τ.Μ. Ξεκινάω με πολύ βασικό υλικό το κάθε τραγούδι. Ένα ρεφραίν που παίζω σε κάποιο όργανο, έτσι ώστε κι οι υπόλοιποι να το βρίσκουν εύκολα. Μετά παίζω ένα σόλο, παίζει ένα σόλο ο Μικ κι ο Στιβ, σε δύο ή τρία μέρη, κι έχουμε βρει το τραγούδι με την επαφή στα βλέμματα που αλλάζουμε την ώρα που παίζονται τα μέρη αυτά. Ύστερα τραγουδώ τα λόγια και ετοιμάζεται πια το τραγούδι.

Μετά μάς μίλησε για τα δικά του σχέδια και τις συναυλίες πού έχει δώσει πρόσφατα. Εμφανίζεται συχνά στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, ενώ μόλις πρόσφατα τέλειωσε με τους άλλους το μιξάζ στον τελευταίο τους δίσκο.

Μίλησε ακόμα για τον Muddy Waters που πέθανε και τη ζωντάνια που εξακολουθούσε να ’χει στα 68 του χρόνια. Για το τραγούδι που του έχει αφιερώσει και που τραγουδούσε την άλλη μέρα στον Λυκαβηττό (Catfish blues).

Ανέφερε δυο συγκροτήματα νέα που του αρέσουν, τους Stray Cats και τους Madness και το στοιχείο που χαρακτηρίζει την τελειότητα ενός καλλιτέχνη, δηλαδή το να μπορεί να αντέχει το πέρασμα τού χρόνου εξακολουθώντας να παίζει να ακούγεται και ν’ αγαπιέται απ’ τον κόσμο.

Δημ.: Λένε ότι το μπλουζ είναι παθητικό. Δεν προσφέρει δρόμους για δράση. Μιλάει μόνο για χαμένες γυναίκες και τέτοια. Οι μουσικοί θα έπρεπε ίσως να δίνουν κάποια διέξοδο με τη μουσική τους. Τι λες γι’ αυτά όλα;

Τ.Μ.: Νομίζω ότι ξέρω περίπου τι προσπαθείς να πεις. Εξαρτάται όμως απ’ το πώς βλέπεις τα πράγματα. Το blues είναι αλήθεια ότι μιλάει για πολύ απλά και καθημερινά προβλήματα όπως το να χάσεις μια γυναίκα που αγαπάς. Εκεί όμως που ο τραγουδιστής διηγείται το τραγούδι του κάποιος που ακούει εύκολα ταυτίζεται και νιώθει ότι κι άλλος έχει το πρόβλημά του, ότι δεν είναι τελικά ο μόνος που υποφέρει για κάτι ή χαίρεται για κάτι άλλο. Αυτό είναι παθητικό για σένα ίσως, αλλά είναι μια έκφραση και μια αφορμή να βγαίνεις απ’ τη μοναξιά σου. Η διέξοδος είναι να διαπιστώνεις ότι δεν είσαι μόνος. Το μπλούζ ποτέ δεν είναι καταστροφικό συναίσθημα κι αντίθετα σε «ανεβάζει», σου δίνει κέφι. Το «να χτυπάς το κεφάλι στον τοίχο» είναι μια διέξοδος που ποτέ δε θα βγει από τα τραγούδια αυτά.

Στο τέλος της συνέντευξης του Μάγιαλ κάθισε για λίγο μαζί μας ο Μίκ Τέιλορ και μίλησε για το πόσο μακρινή τού φαίνεται τώρα η σχέση του με τους Rolling Stones. Παρά τον πιεστικό τρόπο που τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι για τούς Stones, ο Τέιλορ δεν θέλησε να πει τίποτα για αυτή του τη συνεργασία. Αντίθετα μίλησε για το πόσο κάνει κέφι να παίζει με τον Μάγιαλ και δήλωσε ότι σκοπεύει να συνεχίσει μαζί του για τρία ακόμα χρόνια το λιγότερο. Σε μια στιγμή μας είπε ότι πρόκειται να συνεργαστεί και με τον Bob Dylan για κάτι, αλλά δεν διευκρίνισε περισσότερα.

 Τελειώνοντας κουβεντιάσαμε για το ελληνικό κοινό που είναι πολύ «επιθετικό», όπως δήλωσε ένας δημοσιογράφος, και ο Τέιλορ με εντελώς ήρεμο ύφος παρατήρησε ότι ίσως να μην έχουν γίνει και πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και γι’ αυτό να μας φαίνεται επιθετικότητα ο ενθουσιασμός. Θα συμφωνήσουμε φυσικά μαζί του ότι είναι αρκετά αντιπαθητική αυτή η θεωρία του «φρικτού κοινού» και τα τέτοια, όσο κι αν υπάρχουν κάποιες αρνητικές πλευρές στη συμπεριφορά του κοινού που ωστόσο καθόλου δεν είναι καθοριστικές. Ας σταματήσει κάπου αυτή η τεχνητή εικόνα του αηδιαστικού κοινού που κατασκευάζεται απ’ τις εφημερίδες και τούς διοργανωτές των συναυλιών.

Άντα Θεοδωρίδου (Ψαρρά)
Άκης Περδίκης

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.