Συνέδριο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων: «Αντεγκληματική πολιτική, Ποινική νομοθεσία και Δικαιοσύνη»
2η Μέρα - Δεύτερη Συνεδρία
της Άντας Ψαρρά
[30.11.2024]
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
Στο τελευταίο σκέλος του διήμερου Συνεδρίου, δεδομένου ότι έκτακτοι λόγοι υποχρέωσαν την καθηγήτρια Τόνια Τζαννετάκη να μην παραστεί, μίλησε πρώτη η επ. αντιπρόεδρος ΣτΕ Μαρία Καραμανώφ για το ακανθώδες θέμα της εσωτερικής δικαστικής ανεξαρτησίας: «Η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί θεμελιο του δημοκρατικού πολιτεύματος και δεν είναι τυχαίο ούτε σχήμα λόγου ότι το ίδιο το Σύνταγμα μόνη αυτή την ιδιότητα αναφέρει για να χαρακτηρίσει τη δικαστική λειτουργία (άρ. 86) και να εξηγήσει για ποιο λόγο τα επόμενα άρθρα ρυθμίζουν τη δικαιοσύνη με κεντρικό σκοπό τη διασφάλιση αυτής της ιδιότητας». Αφού παρατήρησε ότι στα λόγια κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της δικαστικής ανεξαρτησίας και όλοι ορκίζονται στο όνομά της, πρόσθεσε: «δεν μπορεί να μην επισημάνει κανείς ότι με διάφορα μέσα θεσμικά ή μη και υπονομεύεται άμεσα ή έμμεσα και φαίνεται να υποχωρεί καμιά φορά έναντι άλλων επιθυμητών χαρακτηριστικών που πρέπει να συγκεντρώνει η δικαστική λειτουργία και ο κάθε δικαστής ατομικά όπως για παράδειγμα το επίκαιρο της δικαστικής παρέμβασης. Προσωπικά δεν χρησιμοποιώ τον όριο ταχύτητα γιατί θεωρώ ότι ενέχει μια αίσθηση επείγοντος και βεβιασμένου το οποίο δεν νομίζω ότι συνάδει προς τη δικαιοδοτική λειτουργία ή ακόμα και υποχωρεί έναντι άλλων κριτηρίων και σκοπιμοτήτων όπως είναι ο λεγόμενος ρεαλισμός δηλαδή η αποφυγή διατάραξης του νομοθετικού, του κυβερνητικού έργου το οποίο όπως λέμε έχει στο κάτω κάτω και την εκλογική νομιμοποίηση, την οποία δεν έχει η δικαιοσύνη».
Με ένα αιχμηρό λόγο και με βασικό ερώτημα το αν στους νέους καιρούς παραμένει πράγματι η δικαστική ανεξαρτησία η κορυφαία αξία την οποία πρέπει να επιδιώκει και η δικαιοσύνη ως σώμα και ο κάθε δικαστής ατομικά και το αν αυτή η ιδιότητα του δικαστή υπερβαίνει όλες τις άλλες (νομική κατάρτιση, ευρυμάθεια, ήθος, αποτελεσματικότητα, καλή συμπεριφορά κλπ.) έδωσε μια πλήρη και αναλυτική απάντηση που ουσιαστικά έβαλε όπως λέμε τα πράγματα στη θέση τους.
Στη συνέχεια μίλησε για τη δικαιοσύνη που αποτελεί -όπως είπε- ένα υποσύστημα του πολυπλοκότερου συστήματος που επινόησε ποτέ ο άνθρωπος, αναφέροντας τους ορισμούς και περιορισμούς που οφείλει να ακολουθεί το κράτος για να καταλήξει να μιλήσει για το υποσύστημα της δικαιοσύνης. Όλα τα συστήματα ανεξάρτητου πολυπλοκότητας και μεγέθους έχουν πάντα ένα υποσύστημα ελέγχου που είναι επιφορτισμένο με αυτή ακριβώς τη λειτουργία: να επισημαίνει και να διορθώνει τα σφάλματα. Η δικαιοσύνη είναι το υποσύστημα που έχει αναλάβει αυτό το ρόλο στα πλαίσια του κράτους. «Θα αναφερθώ στις ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη δικαιοσύνη για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σε δύο βασικά ερωτήματα πρώτα από όλα: αν η οργάνωση της δομής και λειτουργίας της δικαιοσύνης ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του αποτελεσματικού ελέγχου και δεύτερον ποια είναι η θέση της ανεξαρτησίας ανάμεσα σε όλες αυτές τις προδιαγραφές;» Στο σημείο αυτό τόνισε την ιδιαίτερη προϋπόθεση της σχετικής αυτονομίας που πρέπει να έχει ένα σύστημα ελέγχου όπως η δικαιοσύνη πέρα από τις διατάξεις του Συντάγματος. που καθορίζει σαφώς τα όρια μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας. Υπάρχουν οι γνωστές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, η ισοβιότητα, ο τρόπος εισόδου των δικαστών στο Σώμα, η υπηρεσιακή τους εξέλιξη, το πειθαρχικό δίκαιο ενώ όλα αυτά διενεργούνται στα πλαίσια του ιδίου του Σώματος. «Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί κι έχει μεγάλη σημασία για τον έλεγχο είναι ότι για να είναι αποτελεσματικός προϋποθέτει κατ’ αρχήν ότι το σύστημα το ίδιο λειτουργεί καλά. Ο έλεγχος δεν είναι για να υποκαθιστά το σύστημα αλλά για να διορθώνει λάθη και μάλιστα όταν τα λάθη αυτά δεν είναι πάρα πολλά και είναι αποσπασματικά και περιστασιακά. Όταν βλέπουμε ένα σύστημα ελέγχου να κατακλύζεται από αιτήματα διόρθωσης σφαλμάτων με ένδικα μέσα προτού αποδώσουμε το φαινόμενο σε δικομανία θα πρέπει να διερωτηθούμε μήπως κάτι δεν πάει καλά με το σύστημα και αναγκάζονται τα άτομα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη» ήταν η αιχμηρή παρατήρηση της κας Καραμανώφ.
«Παρότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι ένα θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα στην ελληνική και διεθνή έννομη τάξη, οργανώνεται με τρόπο αρκετά αυστηρό. Δεν μπορείς να εισέλθεις στο σύστημα παρά μόνο με τα ένδικα μέσα (αγωγή, μήνυση, προσφυγή κλπ.) Με την ίδια ακριβώς λογική και ο έλεγχος είναι ένας και μόνο δικαστική απόφαση. Ο δικαστής δεν γνωμοδοτεί, δεν λέει απόψεις, δεν τοποθετείται γενικώς (ένα λεπτό σημείο εδώ είναι η επιστημονική τοποθέτηση του δικαστή όχι με το ρόλο του αλλά ως επιστήμονα απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα)».
Η δεύτερη προϋπόθεση του ορθού ελέγχου από τη δικαιοσύνη είναι όπως είπε να έχει την ικανότητα επεξεργασίας πληροφορίας και αντίστοιχης ιεραρχικής δομής όπως και το σύστημα στο έλεγχο του οποίου προβαίνει. Για να μπορεί με τον τρόπο αυτή δικαιοσύνη να ελέγξει εάν οι οδηγίες έχουν ακολουθηθεί σωστά δηλαδή εάν ο νομοθέτης ερμήνευσε σωστά το Σύνταγμα, εάν η διοίκηση ερμήνευσε σωστά το νόμο κλπ.
Η άλλη προϋπόθεση στην οποία αναφέρθηκε η κα Καραμανώφ ήταν το να γνωρίζει η δικαιοσύνη το σύστημα που ελέγχει δηλαδή ο δικαστής να γνωρίζει το κράτος και το νόμο και στη σημερινή εποχή ο δικαστής οπωσδήποτε να έχει και ευρύτερες γνώσεις σε τομείς που εξετάζει για να είναι αποτελεσματικός ο έλεγχος.
«Ερχόμαστε τώρα στην κρίσιμη ιδιότητα της ανεξαρτησίας. Η εσωτερική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι πάνω απ’ όλα αυτό που λένε οι ίδια οι λέξεις . Είναι εσωτερική ανεξαρτησία του κάθε δικαστή ατομικά. Μολονότι η δικαιοσύνη έχει μια ιεραρχική δομή (αρχαιότητα, ο ιδιαίτερος ρόλος του προέδρου στη σύνθεση και του προέδρου του δικαστηρίου) όλο το σύστημα στην πραγματικότητα είναι οργανωμένο έτσι ώστε να ενισχύεται η ανεξαρτησία του κάθε δικαστή γιατί αυτός διαμορφώνει την έξοδο του συστήματος ελέγχου που είναι η δικαστική απόφαση και μάλιστα η οριστική δικαστική απόφαση».
«Ο δικαστής εκδίδει απόφαση και θεωρητικά κανείς ούτε και ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί να παρέμβει και να την αλλάξει. Εφόσον λοιπόν ο δικαστής είναι το κλειδί του συστήματος (το πόρισμα του ελέγχου) πρέπει να διασφαλίζεται ότι είναι ανεπηρέαστος από τον ελεγχόμενο. Αυτή είναι η πεμπτουσία του ελέγχου για οποιοδήποτε σύστημα».
Αμέσως μετά αναφέρθηκε και στην πιθανότητα ο δικαστής να κάνει λάθη, οπότε στην περίπτωση αυτή υπάρχουν τα ένδικα μέσα [σ.σ. όσα δεν έχει καταργήσει ακόμα η κυβέρνηση]. Τόνισε ότι εννοείται πως και τα ανώτατα δικαστήρια μπορούν να κάνουν λάθη και για τον λόγο αυτό υπάρχει πάντα και η επόμενη φορά η περίπτωση να ξαναδούν μια υπόθεση με διαφορετικό μάτι και να αποκατασταθεί το λάθος. «Η ανεξαρτησία λοιπόν είναι η κορυφαία ιδιότητα που πρέπει να έχει ο δικαστής για τον απλούστατο λόγο ότι ακόμα κι αν συγκεντρώνει όλες τις άλλες ιδιότητες εάν δεν έχει ανεξαρτησία δεν κάνει πραγματικά τη δουλειά του. Είναι μία στάση ζωής με την έννοια ότι καλλιεργείται ενδυναμώνεται ή αντίθετα αποθαρρύνεται και εξουδετερώνεται. Η απόκτηση και η διατήρηση της είναι πάνω από όλα ευθύνη του ίδιου του δικαστή ατομικά αλλά εξ ίσου μεγάλη αναλογεί και στο ιεραρχικά δομημένο Σώμα και στους ιεραρχικά ανώτερους του. Αυτοί με τον τρόπο που ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τις θεσμικές εγγυήσεις αφενός και με την προσωπική συμπεριφορά τους και το παράδειγμά τους είναι εκείνοι που δημιουργούν πραγματικά τις καθημερινές συνθήκες υπό τις οποίες διαπλάθεται η προσωπικότητα του νέου δικαστή και ισχυροποιείται η προσωπικότητα όσο ανεβαίνει τις κλίμακες της ιεραρχία».
Στο σημείο αυτό είναι προφανές ότι ο κάθε αναγνώστης ενδέχεται να αναστενάξει όχι βέβαια γιατί η εισηγήτρια δεν τα λέει σωστά αλλά ίσως γιατί άλλη είναι η δική του εικόνα από την πραγματικότητα. Η κα Καραμανώφ είπε σε όλους τους τόνους το πόσο πρωτεύοντα ρόλο παίζει η δικαστική ανεξαρτησία. «Είναι και μια ψυχολογική στάση ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση, η διάσκεψη, η δημοσίευση της απόφασης ακόμα και η επιθεώρηση. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο κάθε δικαστής προσεγγίζει μια υπόθεση, ανακαλύπτει νομικές διασυνδέσεις εκεί που άλλοι δεν τις είχαν δει μέχρι τώρα και όλα όσα ακούσαμε στις προηγούμενες ομιλίες προς αυτή την κατεύθυνση μας οδηγούν: ότι δηλαδή πρέπει να ανακαλύπτουμε συνεχώς διασυνδέσεις όχι μόνο με το Σύνταγμα αλλά και με άλλα Δίκαια. Εισάγονται νέα κριτήρια στην ερμηνεία όπως για παράδειγμα το περιβαλλοντικό δίκαιο. Ανοίγονται νέοι δρόμοι και για το λόγο αυτό το σύστημα της δικαιοσύνης πρέπει να προσαρμόζεται στις νέες καταστάσεις. Η ανεξαρτησία πρέπει να διατηρείται γιατί αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο τροφοδοτείται η δικαιοσύνη από την κοινωνία από τις νέες ιδέες. Και είναι ίσως και ο μόνος λόγος για τον οποίο ο δικαστής δεν θα μπορέσει ποτέ και δεν πρέπει ποτέ να υποκατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη». Τόνισε στη συνέχεια ότι δικαστική ανεξαρτησία φυσικά δεν σημαίνει δικαστική αυθαιρεσία. «Μια απόφαση δεν είναι ποτέ σωστή επειδή την είπε ένα δικαστήριο ή την υποστήριξε ένας επιφανής δικαστής. Λυδία λίθος της ορθότητας μιας απόφασης και άρα της καλής χρήσης της δικαστικής ανεξαρτησίας δεν είναι το δια ταύτα αθώος ή ένοχος , δέχεται ή απορρίπτει, παρ’ όλο που σε αυτό εστιάζει συνήθως η κοινή γνώμη. Λυδία λίθος και απόδειξη της καλής χρήσης της ανεξαρτησίας είναι πάντα η αιτιολογία όπως και η μειοψηφία η οποία πολύ συχνά ανοίγει και αυτή νέους δρόμους για την εξέλιξη του δικαίου. Και είναι το μοναδικό όπλο του δικαστή απέναντι σε εκείνους που με κάποιο τρόπο προσπαθούν να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία του. Η καλή θεμελίωση της αιτιολογίας. Στο σημερινό κόσμο όπου η ειλικρίνεια των θεσμών τίθεται όλα και περισσότερο υπό δοκιμασία και αμφισβητείται, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι ίσως το τελευταίο οχυρό που μπορεί με θεσμικά μέσα να αποτρέψει την αποσύνθεση και τη διάλυση. Για να την εμπιστεύονται όμως οι πολίτες πρέπει και κι εμείς οι ίδιοι να τη διαφυλάσσουμε και να πιστεύουμε πάνω από λα στον εαυτό μας και στην σημασία της αποστολής μας».
Τελευταίος εισηγητής ήταν ο αντιεισαγγελέας Εφετών Βασίλειος Αδάμπας που μίλησε με θέμα την τάση αυστηροποίησης της ποινικής νομοθεσίας και την επίδραση της στον εφαρμοστή του Δικαίου. Ήταν πραγματικά άλλη μια αισιόδοξη έκπληξη η ομιλία του εισαγγελέα:
«Δυστυχώς στη χώρα μας το ποινικό δίκαιο παρουσιάζει τελευταία κάποια άλλα χαρακτηριστικά. Έχει καταστεί πλέον βαθιά συμβολικό δηλαδή επιχειρεί να δώσει την εικόνα μιας άτεγκτης πολιτείας η οποία έχει κάνει τα πάντα ενώ στην πραγματικότητα έχει κάνει ελάχιστα ή και τίποτα. Παράλληλα συχνά το δίκαιο υπηρετεί στις μέρες μας στοχεύσεις ποινικού λαϊκισμού». Εξηγώντας το τι εννοεί, αναφέρθηκε στον νομοθέτη που υποκριτικά ή και ιδιοτελώς τρέχει μετά από κάθε ένα συμβάν που θεωρεί ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά κατά τη δική του άποψη με το υπάρχον ποινικό οπλοστάσιο όπως το λέει ή έρχεται για να διορθώσει το –κατά την άποψή του- λάθος του δικαστή ο οποίος όμως δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εφαρμόσει το νόμο μη επηρεαζόμενος από τις σειρήνες του ποινικού λαϊκισμού, το κοινό περί δικαίου αίσθημα. «Το ποινικό δίκαιο σήμερα συνήθως εργαλειοποιείται, δηλαδή διεκδικεί το ρόλο ενός εργαλείου για να καλύψει όλα εκείνα τα οποία η διοίκηση θεωρεί ότι δεν μπορεί να καλύψει χωρίς ένα εξαναγκαστικό μέσο». Ο νόμος, όπως διαμορφώνεται, δεν περιλαμβάνει τα σωστά κριτήρια, δεν έχει όλα τα απαξιωτικά δεδομένα που θα απαιτούσε μια εγκληματική τυποποίηση παρατήρησε ο κ. Αδάμπας αναφερόμενος στις πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες. «Όλες αυτές οι επιλογές στο πεδίο της ποινικής νομοθεσίας είναι δογματικά έωλες, είναι ιδιαίτερα αυστηρές και για το λόγο αυτό δεδομένα άδικες. Κι επειδή φυσικά ουδέποτε αυτές οι λύσεις επαρκούν κάθε φορά επιλέγεται μια νέα λύση που είναι απολύτως βέβαια φυσικά ότι θα αποτύχει».
Ο κ. Αδάμπας τόνισε όμως ότι αν και οι ποινές του Έλληνα δικαστή βρίσκονται μπροστά σε ένα κυκεώνα τεράστιων επί μέρους πλαισίων ποινών είναι ευτυχώς ιδιαίτερα ισορροπημένες. Σημείωσε δε ότι «πολλές φορές ο δικαστής δίνει μια μικρή ποινή διότι λόγω όλων αυτών των προβλημάτων αν αθωώσει θα κινδυνεύει ακόμα και με πειθαρχικό έλεγχο. Αντίθετα -όπως ομολογείται- μια ολιστική λύση αυστηρότητας δεν είναι επικίνδυνη για το δικαστή. Αυτή η αίσθηση υπάρχει ότι είναι ασφαλής. Δεν είναι όμως σωστή και δίκαιη πάντα αυτή η προσέγγιση. Η θέση μου είναι ότι στη χώρα μας ο δικαστής έχει μια ισχυρή θεσμική κατοχύρωση ως προς την προσωπική και λειτουργική του ανεξαρτησία». Συμπλήρωσε εδώ ότι «σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΔΕΕ (ανέφερε ενδεικτικά δύο τελευταίες) “δεν νοείται πειθαρχικός έλεγχος της προσωπικής θέσης του δικαστικού λειτουργού, του περιεχομένου της απόφασης του. Εάν δε αυτό συμβεί θίγεται κατάφωρα η προσωπική του ανεξαρτησία και παραβιάζεται το άρ. 19 της ΕΣΔΑ».
Άραγε θα τα ακούσουν αυτά οι ανώτατες εισαγγελικές αρχάς που πρόσφατα ζήτησαν πειθαρχικούς ελέγχους για δικαστικές αποφάσεις; Δύσκολο! «Ο φοβισμένος δικαστής δεν είναι δικαστής και δεν είναι παράρτημα κανενός» είπε ο ομιλητής και συμπλήρωσε «Σήμερα δεν υπάρχουν ούτε οι πλάκες του Μωυσή ούτε ο Χαμουραμπί. Σχολιάζω μια άλλη εκδοχή αντίληψης που βλέπουμε στα δικαστήρια. Υπάρχουν εισαγγελείς που θεωρούν καθήκον τους να εφαρμόσουν ένα αυστηρό νόμο παρ’ ότι αυτός βοά ότι πάσχει ως προς την κανονιστική του συμβατότητα και αντιθέτως συχνότερα δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να διαστρέψουν το γράμμα ενός νόμου παραβιάζοντας την αρχή της νομιμότητας για να πουν κάτι άλλο. Όποιος τα κάνει αυτά δεν κάνει απλά λάθος αλλά αυθαιρετεί. Η αστοχία μπορεί να οφείλεται στην εσφαλμένη έννοια των δικαιωμάτων του ατόμου. Στο ποινικό δίκαιο το θύμα έχει ασφαλώς τη θέση του όπως και στην ποινική δίκη. Επομένως έχει τη θέση του σε μια διαδικασία που υπακούει συγκεκριμένους κανόνες, την αρχή της νομιμότητας, το τεκμήριο αθωότητας και δεν μπορεί να ζητάει τίποτα παραπάνω από όσα δικαιολογεί ο ρόλος σου. Όλα αυτά δεν είναι δικαιωματισμός έννοια που ταλαιπωρείται το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας και βεβαίως δεν είναι ευθύνη των δικαστών. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι πολλές φορές αυτή η αντίληψη ιδεολογικοποιείται από εισαγγελείς. Τότε προκαλείται μια εικόνα που έχει ως εξής: ότι εμείς προστατεύουμε τον πολίτη ενώ οι άλλοι είναι ο εχθρός. Γενικότερα όταν στις απόψεις σου δημιουργείς έναν εχθρό δεν είναι καλό, το δεν φταίω εγώ φταίνε οι άλλοι είναι μια κακή αφετηρία και θαμπώνει τα κριτήρια. Στα πλαίσια της ιδεολογικοποίησης αυτής καταγγέλλεται η άποψη αιθεροβάμονων δικαιωματιστών ωστόσο κανείς δεν τολμά να αντιπαρατεθεί σε αυτή την άποψη δημοσίως».
Τα είπε όλα ο εισαγγελέας ο οποίος και έκλεισε την εισήγησή του με αναφορά σε κάτι που έχει γράψει ο επ. αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Μπρακουμάτσος: «Ο συνταγματικός νομοθέτης έκανε πριν από 50 χρόνια την επιλογή του και ενέταξε τους εισαγγελείς στα δικαστικά πρόσωπα από εκεί που ήταν φορείς της εκτελεστικής εξουσίας. Εναπόκειται λοιπόν στον κάθε εισαγγελέα να κρίνει αν πρέπει να τιμήσει αυτή την επιλογή φορώντας την τήβεννο του δικαστή ή το χιτώνιο του χωροφύλακα».
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]



