Συνέδριο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων: «Αντεγκληματική πολιτική, Ποινική νομοθεσία και Δικαιοσύνη»
2η Μέρα - Πρώτη Συνεδρία
της Άντας Ψαρρά
[30.11.2024]
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
Η δεύτερη ημέρα του Συνεδρίου ξεκίνησε με την πολύ σημαντική εισήγηση της καθηγήτριας Ποινικού Δικαίου του ΑΠΘ Ελισάβετ Συμεωνίδου (Καστανίδου). Θα μου επιτρέψετε να αποτυπώσω εκτενέστερα με μεγαλύτερα αποσπάσματα την ομιλία της. Θυμίζω ότι η κα Συμεωνιδου ήταν μέλος και της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που επεξεργάστηκε τον νέο Ποινικό Κώδικα του 2019. Το θέμα της ομιλίας της, οι πρόσφατες επεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα με το ερώτημα αν αποτελούν προώθηση ή αλλοίωση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του.
«Πολλές φορές τελευταία ακούμε να τίθεται το ερώτημα μήπως το παρακάναμε με το φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο; Το άκουσα μάλιστα και από τον Υπουργό, ότι δώσαμε πολλά δικαιώματα, ότι μιλάμε συνέχεια για τον κατηγορούμενο και είναι καιρός να δούμε και το θύμα. Το ερώτημα είναι, μπορούμε πράγματι να ορίζουμε, όπως θέλει ο καθένας από μας, τι είναι το φιλελεύθερο δίκαιο; Η αλήθεια είναι πως δεν είμαστε στο 1910-1920, όταν σχεδιαζόταν ο παλιός Ποινικός Κώδικας, οπότε υπήρχε μια ευχέρεια να αποφασίσει η επιτροπή που δούλευε γι’ αυτό, ποια θα είναι η φυσιογνωμία του κώδικα αυτού. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και οι βασικές αρχές του ποινικού δικαίου προκύπτουν από κείμενα αυξημένης τυπικής ισχύος, όπως το Σύνταγμα του 1975, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αυτά προσδιορίζουν τα όρια και το περιεχόμενο του δικαίου, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και των θυμάτων. Δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης μεταξύ κατηγορουμένων και θυμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ ότι το ποινικό δίκαιο είναι το πιο δραστικό όπλο που κατέχει η κρατική εξουσία για να περιορίζει την ελευθερία των πολιτών και βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τις ατομικές ελευθερίες».
Η κα Συμεωνίδου στη συνέχεια μίλησε για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες μετά το 2019 που συναρτώνται με παρεμβάσεις και αλλαγές στις 4 βασικές αρχές του ποινικού δικαίου όπως αυτές είχαν αποτυπωθεί στον Κώδικα του 2019.
– Η ποινική κύρωση απειλείται μόνο όταν θίγονται σημαντικά κοινωνικά αγαθά. Αυτό επιβάλλουν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος, τα ευρωπαϊκά κείμενα και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2013. Για τον λόγο αυτό στον Κώδικα του 2019 έγινε μια προσπάθεια να φύγουν αδικήματα που δεν πρόσβαλαν σημαντικά κοινωνικά αγαθά. Στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε, καταργήθηκαν και αδικήματα που επίσης δεν πρόσβαλαν αγαθό αλλά αποτελούσαν ένα ιδεολογικό ένδυμα των εκάστοτε κυβερνήσεων. «Καταργήθηκε η απρόσφορη απόπειρα εφόσον είναι απολύτως αδύνατο να προσβάλλει οποιοδήποτε έννομα αγαθό. Παρ’ όλα αυτά δυο χρόνια μετά η διάταξη επανήλθε με την αιτιολογία ότι η κατάργησή της άφησε σημαντικό κενό αν και τα 70 χρόνια που ίσχυε ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε. Η επαναφορά της, δημιουργεί και μια αντίφαση στον Ποινικό Κώδικα διότι ενώ στο ένα άρθρο (άρ. 42) που περιγράφεται με αντικειμενική περιγραφή η έννοια της απόπειρας (τιμωρείται δηλαδή μια πράξη με την οποία αρχίζει να προσβάλλεται το έννομο αγαθό) στο άλλο (άρ. 43) τιμωρείται η σκέψη!»
– Ο ποινικός νόμος πρέπει να ορίζει τα στοιχεία της πράξης (άρ. 7 Συντάγματος και Νομολογία ΕΔΔΑ/ΔΕΕ). Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων από το νόμο τι αν πράξει είναι άδικο και ποια ποινή απειλείται γι’ αυτό. Για παράδειγμα, όπως είπε, στο πότε ξεκινάει μια απόπειρα, στην έννοια της συναυτουργίας, στις γενετήσιες πράξεις προσδιορίστηκε στο πλαίσιο αυτό και η έννοια του άμεσου συνεργού (άρ. 47) όταν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της πράξης (π.χ. κρατάει το θύμα για να το σκοτώσει ο αυτουργός). Τότε ο υπαίτιος θα έχει πλήρη ποινή όπως και ο δράστης εφόσον αν δεν ήταν παρών δεν θα είχε εκτελεστεί η οποία πράξη. Αντίθετα όμως η απλή παρουσία στον τόπο του εγκλήματος ή κάποια βοήθεια πριν από την τέλεση της πράξης δεν έχει ασφαλώς την ίδια απαξία και δεν δικαιολογεί μεγαλύτερη ποινή με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Και αυτό άλλαξε με το Νόμο 5090 του 2024 και επανήλθαμε στην πλήρη ποινή για τον απλό συνεργό.
– Η απειλούμενη ποινή πρέπει να αντιστοιχεί στη βαρύτητα της πράξης (αρχή της αναλογικότητας). «Προβλέπεται στο Σύνταγμα ως γενική αρχή του Δικαίου ενώ στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ ορίζεται ότι η αυστηρότητα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το αδίκημα. Αυτή η αρχή ήταν πολύ σημαντική στον Κώδικα του 2019. Για το λόγο αυτό έγινε στον Κώδικα του 2019 μια ταξινόμηση των εγκλημάτων τόσο στα πλημμελήματα όσο και στα κακουργήματα με ένα ενιαίο σύστημα ποινών ανάλογα με τη βαρύτητά τους. Αυτό άλλαξε σημαντικά το 2021 όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκαν τα λεγόμενα εγκλήματα ιδιάζουσας βαρύτητας χωρίς να ξέρουμε με ποιον τρόπο προσδιορίστηκαν». Αναφέρθηκε δε στο γεγονός ότι σε όσα χαρακτηρίστηκαν έτσι (11 κακουργήματα) απειλείται ως μόνη πλέον ποινή η ισόβια κάθειρξη με την επιλογή να είναι κυρίως συγκυριακή. «Ότι η βαρύτητα της ποινής δεν επηρεάζει τον αριθμό των εγκλημάτων το είδαμε καθαρά όταν από το 2021 μέχρι σήμερα όχι απλά δεν έχουν μειωθεί οι γυναικοκτονίες αλλά αντίθετα έχουν αυξηθεί». Για λόγους συγκυριακούς, όπως ανέφερε η κα Συμεωνίδου, μετατράπηκε με αφορμή τις υποκλοπές το πλημμέλημα σε κακούργημα, ενώ το ίδιο έγινε και μετά την τραγωδία των Τεμπών, όταν χαρακτηρίστηκε ως ιδιάζουσας βαρύτητας το έγκλημα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και ειδικά για τα τρένα, ακόμα και αν έχει επέλθει ένας θάνατος προβλέπονται ισόβια ενώ για όλα τα υπόλοιπα επικίνδυνα εγκλήματα απαιτείται να έχουν επέλθει πολλοί θάνατοι προκειμένου να επιβληθούν ισόβια. [σ.σ. το πόσο βέβαια αυτή η αυστηροποίηση επηρέασε τις έρευνες για την ανεύρεση ευθυνών όσο ψηλά κι αν βρίσκονται είναι μια άλλη ιστορία καθόλου επικοινωνιακή όπως οι διατάξεις].
«Με τον Ν. 5090 η ισόβια ποινή προβλέπεται πλέον και για μια σειρά άλλων εγκληματών π.χ. εμπρησμό, εμπρησμό δάσους κλπ. Η αύξηση αυτή παράλληλα συνοδεύτηκε με άλλες επεμβάσεις στο χώρο εκτέλεσης και έκτισης των ποινών. Απαγορεύεται η αναστολή εκτέλεσης και μετατροπής της ποινής σε εγκλήματα ιδιάζουσας απαξίας ακόμα και κι αν είναι πλημμελήματα όπως η συμμορία. Απαγορεύεται επίσης και η υπό όρους απόλυση στα ίδια εγκλήματα όταν έχει συμπληρωθεί το κατώτατο όριο για όλα τα άλλα εγκλήματα. Χωρίς ποτέ να εξηγείται πώς προέκυψε αυτή η κατηγορία εγκλημάτων». Έχει ανατραπεί, όπως είπε, σε όλη της την έκταση η αρχή της αναλογικότητας. Με τον τρόπο αυτό, σχολίασε, μόλις ειπώθηκε πρόσφατα πως στα εγκλήματα ισοβίων πρέπει να μπει και η εσχάτη προδοσία, ο υπουργός το νομοθέτησε και τώρα φτάνουμε στο σημείο να τιμωρείται με ισόβια η εσχάτη προδοσία αλλά όχι η προδοσία της χώρας ούτε η πράξη υπηρεσίας στον εχθρό σε καιρό πολέμου! Όπως ανέφερε, η παραβίαση της αρχής αναλογικότητας έχει αποτύπωμα και στους ειδικούς Νόμους. Για παράδειγμα, αν ο σύζυγος παρακολουθεί το τηλέφωνο της συζύγου του τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη. Αν όμως παρακολουθείται από ένα μέλος της ΕΥΠ ένα πολιτικό πρόσωπο τιμωρείται με φυλάκιση 2 έως 5 έτη αν και σε όλες τις άλλες χώρες ο λειτουργός του δημοσίου που διαπράττει αυτό το αδίκημα τιμωρείται πολύ βαρύτερα από ένα φυσικό πρόσωπο.
– Η απειλούμενη ποινή δεν πρέπει να είναι εξοντωτική αλλά να επιβάλλεται η απολύτως αναγκαία. Αυτή είναι η τέταρτη βασική αρχή του ποινικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έτσι ώστε να αφενός η ποινή να λειτουργεί αποτρεπτικά και αφετέρου να εξασφαλίζει την επανακοινωνικοποίηση του δράστη.
Για τον λόγο αυτό αυξήθηκαν οι χρηματικές ποινές στον Κώδικα του 2019 για πράξεις μέσης βαρύτητας και ο δικαστής είχε την ευχέρεια να μην επιβάλλει φυλάκιση αλλά πραγματική χρηματική ποινή προσδιορισμένη σε ημερήσιες μονάδες. Αυτό γίνεται εδώ και δεκαετίες σε όλη την κεντρική Ευρώπη. Στο ίδιο μοντέλο το 2019 υιοθετήθηκε ένα μοντέλο αναστολής εκτέλεσης όλων των στερητικών της ελευθερίας ποινών έως 3 έτη εκτός κι αν το δικαστήριο έκρινε αναγκαία την πραγματική έκτισή τους στη φυλακή. Στις περιπτώσεις αυτές η απειλή εκτέλεσης της ποινής σε συνδυασμό με τους όρους που επιβάλλονται στον δράστη αποτελεί τις περισσότερες φορές πολύ πιο αποτελεσματικό μέσο ειδικής πρόληψης και αποτροπής επανάληψης αντί του στιγματισμού με τον εγκλεισμό. Σήμερα πλέον εάν κάποιος έχει καταδικαστεί για οποιαδήποτε πράξη στο μακρινό παρελθόν σε φυλάκιση πάνω από 1 έτος τότε μια νέα καταδίκη ακόμα και δύο μηνών θα πάει φυλακή. «Επομένως η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου της εισήγησης μου νομίζω πώς είναι προφανής, ότι οι πρόσφατες νομοθετικές επεμβάσεις δεν αλλοίωσαν απλώς αλλά κατέστρεψαν σε όλη του την έκταση τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του Ποινικού Κώδικα».
Αμέσως μετά τον λόγο πήρε ο καθηγητής Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ Θεοχάρης Δαλακούρας και έθεσε το ίδιο θέμα για την προώθηση ή την αλλοίωση με τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις αυτή τη φορά στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 2019, που φυσικά δεν γλύτωσε και αυτός από τις παρεμβάσεις του επιτελικού κράτους στο όνομα πάντα ακόμα και της βεβιασμένης επιτάχυνσης στην απονομή της δικαιοσύνης. Όπως παρατήρησε, ακόμα και από τον ΚΠΔ του 1950 που βασίστηκε σε σχέδιο του 1932, δηλαδή σε μαύρες για την Ευρώπη εποχές, δεν ετέθη ποτέ υπό αμφισβήτηση ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του Ποινικού Δικαίου εν συνόλω. Πρόσθεσε δε ότι μέχρι και τον ΚΠΔ του 2019 βασικό πρόταγμα είναι «η διασφάλιση των βασικών αρχών της φιλελεύθερης και δικαιοκρατικής διεξαγωγής της δίκης. Όχι ως χαριστήριο αλλά ως αξίωση και κυρίως πυλώνα της ίδιας της συνταγματικής έννομης τάξης».
Συνέχισε λέγοντας: «Η επιτάχυνση που περικόπτει θεσμούς και κανόνες απόφανσης δεν αποτελούν επιτάχυνση του ιδίου συστήματος, αλλά κάποιο άλλο προσδοκώμενο, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί μετάλλαξη του συστήματος. Αντιστοίχως, επιτάχυνση, που παραβλέπει ή πολύ περισσότερο που θυσιάζει την αρχή της αναζήτησης της αλήθειας η οποία νομιμοποιεί τον κρατικό μηχανισμό διερεύνησης του εγκλήματος αλλά και το ίδιο το διαγνωστικό καθήκον του δικαστή, δεν αποτελεί επιτάχυνση αλλά διεκπεραίωση».
Όπως είπε δε, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιτάχυνση στο πραγματικά βεβαρημένο ποινικό σύστημα της χώρας μας χρειάζεται μια σειρά από βασικά προαπαιτούμενα. Ξεχωρίζω εδώ την αναφορά του κ. Δαλακούρα στην ανάγκη προώθησης εναλλακτικών διαδικασιών που έχουν υψηλότατα ποσοστά εφαρμογής σε όλη την ΕΕ (αποχή από την ποινική δίωξη υπό όρους, οικονομικής συνδιαλλαγής, ποινικής διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης). Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε σειρά δεκάδων προβληματικών ρυθμίσεων κυρίως στον Κώδικα 2024 (Γ. Φλωριδη) που ανατρέπουν στην ουσία του τον ΚΠΔ. Παραθέτω εδώ λίγες μόνο από τις κομβικές επισημάνσεις του:
– Η εξάρτηση του παραδεκτού της έγκλησης και της προσφυγής από παράβολα υπέρ ΤΑΧΔΙΚ, αποτελεί δυσχέρανση στο δικαίωμα απρόσκοπτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη και δεν συμβιβάζεται με το δημόσιο χαρακτήρα της ποινικής δίωξης.
– Η ρύθμιση εξέτασης με τεχνολογικά μέσα που εφόσον δεν συνοδεύεται από άλλα υποκατάστατα όπως απαιτεί η ευρωπαϊκή νομολογία θέτει ευθέως ζήτημα παραβίασης της αρχής της αμεσότητας της δίκης. Στο σημείο όμως και στο βαθμό που αποκλείει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου προσβάλει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
– Το άρθρο που προβλέπει τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των ειδικών ανακριτικών πράξεων σε πλημμελήματα αποτελεί άλλη μια ευρωπαϊκή πρωτοτυπία.
– Η απευθείας κλίση με τη σύμφωνη γνώμη του προέδρου σε όλα τα κακουργήματα χωρίς τη μεσολάβηση του φίλτρου του Συμβουλίου επίσης διαστρεβλώνει το πνεύμα του ΚΠΔ
– Η ένταξη όλων των κακουργημάτων των ειδικών ποινικών Νόμων κάτι δείχνει για το μέλλον…, σχολίασε με νόημα τονίζοντας ότι η διαδικασία απευθείας παραπομπής προωθεί δομικές ανισότητες και δικαστικές διαφοροποιήσεις που διασπούν τη συστηματικότητα του ΚΠΔ.
– Πολύ δύσκολα συμβιβάζεται η διεκπαιραιωτική ανάθεση εκδίκασης της πλειοψηφίας των πλημμελημάτων στο μονομελές πόσο μάλλον όταν η εκδίκαση των μονομελών οδηγεί πλέον σε πολλές περιπτώσεις απ’ ευθείας στη φυλακή.
– Αντίστοιχους προβληματισμούς γεννά η διεύρυνση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων αντί του Τριμελούς που είχε περισσότερα εχέγγυα. Με τον ίδιο τρόπο σχολίασε και την κατάργηση του 5μελούς Εφετείου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε «στην επιθετικού τύπου επέμβαση όπως οι ρυθμίσεις για την εξαίρεση εμφάνισης των μαρτύρων αστυνομικών στην ακροαματική διαδικασία και τη δυνατότητα μη κλήτευσης μαρτύρων στη δευτεροβάθμια δίκη. «Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τη δημιουργία μιας ατελούς δίκης από άποψη ουσιαστικής άσκησης των δικαιωμάτων των διαδίκων και από άποψη υλοποίησης του διαγνωστικού καθήκοντος του δικαστηρίου. Στη δε δευτεροβάθμια δίκη έχουμε μια μετάλλαξη του χαρακτήρα της δημιουργώντας μια δίκη εγγράφων. Η μη εφαρμογή και των δύο στην πράξη αποτελεί δικαστικό καθήκον και με χαρά βλέπω ότι δεν οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται».
– Αντιστοίχους προβληματισμούς προκαλούν οι αλλαγές στην ενημέρωση του κατηγορουμένου και τη δυνατότητα εκδίκασης ύστερα από φαστ τρακ απολογία του δικηγόρου του που εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή, την θυσία της αξιοπιστίας των αποδεικτικών κλπ.
Παρέθεσε όλα τα προβλήματα που γεννούν οι τροποποιήσεις στις διατάξεις των εναλλακτικών διαδικασιών και ιδίως της ποινικής διαπραγμάτευσης. Βασικό παράδειγμα η μη πρόταξη της ποινικής διαμεσολάβησης στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας αλλά και όλες οι αλλαγές στο πεδίο (περιορισμού) των ενδίκων μέσων .
Ο κ. Δαλακούρας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη ρύθμιση που ετοιμάζεται για την εξάρτηση της υπό όρων απόλυσης από προηγούμενη συμμετοχή του θύματος για προβολή των θέσεων του. «Εδώ υπερπηδώντας όλες τις περιπτώσεις αποκλεισμού του ρόλου του θύματος που είναι παραδοσιακή λογική στον ΚΠΔ (δεν έχει ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, δεν έχει ρόλο στην κρίση επί του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης) γίνεται μια υπέρβαση και το ερώτημα είναι αν θα μπορεί στην υπό όρων απόλυση να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης ή ως μέσο άρνησης. Ως κάποιο μέσο θα λειτουργήσει πάντως κι εδώ το δικαστικό καθήκον σίγουρα θα αναιρέσει τέτοιου είδους απόπειρες».
Η αυστηροποίηση θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συμβιβαστική και αποκαταστατική δικαιοσύνη είπα κλείνοντας ο καθηγητής και συμπλήρωσε: «Υπ’ αυτό το πρίσμα η μεγαλύτερη επενέργεια του Νόμου 5040/2024 πέρα από την πρωτόγνωρη αντιπαλότητα μεταξύ των φορέων νομοθετικής πρωτοβουλίας κι όλων των εμπλεκόμενων στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, πέρα κι από τη μισαλλόδοξη αποκήρυξη της επιστήμης από το νομοθετικό γίγνεσθαι, η χειρότερη επενέργεια είναι η μετάλλαξη του δικαιοκρατικού χαρακτήρα της δίκης».
«Όλα αυτά», είπε, «οδηγούν στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο ίδιο το δικονομικό σύστημα το οποίο ως διαρκώς μεταβαλλόμενο καθίσταται συστηματικά διάτρητο, εφαρμοστικά δυσχερές και κοινωνικά αναξιόπιστο. Η εμπέδωση λοιπόν μιας νοοτροπίας που θα αποτελεί προτεραιότητα όλων των λειτουργών της δικαιοσύνης είναι το να μην αφήσουμε χώρο στην εμφάνιση λαϊκισμού στο ποινικό δίκαιο και αυτό αφορά όλους μας και κυρίως την έννομη τάξη».
Η αν. καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας στο Πάντειο Όλγα Τσόλκα είχε θέμα τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και τους Εθνικούς Ποινικούς Κώδικες. Οι συγκρίσεις των πρόσφατων αλλαγών με τις αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (ΔΕΕ και ΕΔΔΑ) και φυσικά με τις αρχές του Χάρτη και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση αποτύπωσαν μέσα από την ομιλία της τη θλιβερή εικόνα της «γονυπετούς» νομοθεσίας, όπως την έχει χαρακτηρίσει γνωστός ποινικολόγος.
«Από την μέχρι τώρα Νομολογία του ΔΕΕ συνάγεται ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης και συνεπώς οφείλουν να συμμορφώνονται με τις επιταγές του Χάρτη». Φύλλο φτερό έκανε την απέχθεια του υπουργού δικαιοσύνης στον «δικαιωματισμό».
Ιδιαίτερη σημασία, τόνισε η κα Τσόλκα, έχει ο κανόνας της πάρ. 3 του άρ. 52 του Χάρτη σύμφωνα με τον οποίο το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων του Χάρτη δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που εγγυάται η ΕΣΔΑ και τα αντίστοιχα δικαιώματα που αυτή κατοχυρώνει. «Οι κανόνες ισχύουν στο πεδίο του δικονομικού αλλά και του ουσιαστικού δικαίου. Μέχρι τώρα σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ συνάγεται ότι θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη όπως το δικαίωμα ασύλου, το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση, η απαγόρευση της δυσανάλογης προς το αδίκημα ποινής, η αρχή non bis in idem (δεν διώκεται ούτε δικάζεται ξανά κάποιος έγκλημα για το οποίο έχει ήδη διωχτεί, ακόμη κι αν η δίωξη αυτή δεν οδήγησε σε καταδίκη) θέτουν όρια στον τοπικό νομοθέτη». Ειδικά, τόνισε, η απαγόρευση της μη ανάλογης προς το αδίκημα ποινής θεωρείται άμεσα εφαρμοστέα αρχή στην κάθε ευρωπαϊκή έννομη τάξη.
Για την επαναφορά του μέτρου της απέλασης (που ισχύει και για πολίτες της ΕΕ) και την αυστηροποίηση των ποινών παρατήρησε ότι πολλά συγκεκριμένα αδικήματα αναφέρονται με τον ίδιο τρόπο και στο δίκαιο της Ένωσης και ως εκ τούτου οι διατάξεις αυτές ελέγχονται ως προς τη συμβατότητά τους με τον Χάρτη. Μάλιστα, όπως είπε, στα δύο αυτά ζητήματα το ΔΕΕ έχει δεχτεί ότι κάθε κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί αυτές τις αρχές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ενώ το ΔΕΕ καθόρισε και ποια είναι η υποχρέωση των δικαστηρίων ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της νομολογίας ΔΔΕ στην εσωτερική έννομη τάξη.
«Η πρωταρχική ευθύνη για την πλήρη συμμόρφωσης αυτής της απαίτησης είναι χρέος πρώτα του νομοθέτη αλλά αυτό δεν φαίνεται να τον έχει απασχολήσει μέχρι τώρα αν δει κανείς μια σειρά ποινικών διατάξεων και ιδίως στους ειδικούς ποινικού νόμους. Ούτε και απασχολήθηκε ο νομοθέτης με την κανονιστική σημασία του Χάρτη και στις περιπτώσεις της διττής κοινοτικής αντίδρασης της πολιτείας για την ίδια παράβαση».
Μίλησε στη συνέχεια και για το πεδίο του δικονομικού δικαίου και τις 6 οδηγίες που έχουν θεσπιστεί στην ΕΕ και κατοχυρώνουν δικονομικά δικαιώματα σε υπόπτους και κατηγορουμένους. Τίθεται κατά το ΔΕΕ μια υποχρεωτική βάση δικονομικών αρχών που διασφαλίζουν την υλοποίηση και το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Χάρτη και το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη οφείλει, ανεξάρτητα από τις όποιες λεπτομέρειες, να συνάδει με την προστασία που ορίζει ο Χάρτης και η ΕΣΔΑ λόγω της επιταγής ομοιογένειας. «Έτσι ο Χάρτης περιορίζει την όποια τυχόν διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη κατά την ενσωμάτωση των οδηγιών όσον αφορά το επίπεδο προστασίας».
Οι διατάξεις των οδηγιών που έχουν θεσπιστεί (νομολογία ΔΕΕ) για το δικαίωμα ενημέρωσης και για το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του μπορεί να μην ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες, όμως οι λεπτομέρειες που προβλέπει το Εθνικό Δίκαιο δεν μπορούν να θίγουν τον σκοπό που επιδιώκεται και συνίσταται στη διασφάλιση του δικαίου χαρακτήρα της διαδικασίας και την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη (το καθεστώς της επίδοσης των κλίσεων, κλητήριων θεσπισμάτων κλπ.) που ανάγουν την πραγματική και όχι την πλασματική ενημέρωση, όπως συμβαίνει εν μέρει στα καθ’ ημάς, του κατηγορουμένου για τη δίκη του ως ουσιαστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.
– Επίσης το ΔΕΕ (11/2023) αποφάνθηκε ότι για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας (άρ. 47 του Χάρτη) το ποινικό δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει εγκαίρως τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του για τη μεταβολή της κατηγορίας που εξετάζει και το ενδεχόμενο να δώσει χρόνο που να του επιτρέπει να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του.
«Εγείρονται κατά τη γνώμη μου σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με την ενωσιακή δικαιοταξία του άρ. 343 παρ. 2 ΚΠΔ. που προϋποθέτει προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου ενώ η πιθανολογούμενη μεταβολή ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης».
«Ευθέως μη συμβατές με τον Χάρτη» χαρακτήρισε η κα Τσόλκα τις πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις του ΚΠΔ (άρ. 215 και άρ. 500) στις οποίες αναφέρθηκε και ο κ. Δαλακούρας όπου στο όνομα της αποφυγής της ταλαιπωρίας αστυνομικών και άλλων μαρτύρων θυσιάζονται βασικές εγγυήσεις και αρχές όπως επίσης και η μη παράσταση του κατηγορουμένου στη δίκη του.
«Το ΔΕΕ, ερμηνεύοντας το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου υπό το πρίσμα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, διεύρυνε την εγγυητική εμβέλεια της οδηγίας και αποφάνθηκε ότι αυτή παρέχει στον κατηγορούμενο και το δικαίωμα να εξετάζει ή να ζητεί να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Επεσήμανε δε κάτι αυτονόητο: ότι η δυνατότητα ενός κατηγορουμένου να αντιπαρατεθεί προς τους μάρτυρες ενώπιον του δικαστή ο οποίος θα αποφασίσει εντέλει για την ενοχή ή την αθωότητα του συνιστά ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία μιας δίκαιης δίκης, η δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα αποτελεί σύνθετη εργασία η οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν μπορεί να επιρρωθεί μόνο με απλή ανάγνωση του περιεχομένου της κατάθεσης του. Κι έτσι έκρινε καταληκτικά ότι μια πιο στενή ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια να καταστεί το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη νέοι ουσιαστικού περιεχομένου».
Η κα Τσόλκα κατέληξε λέγοντας: «Όσο ο νομοθέτης αγνοεί ή παραμερίζει βασικές επιταγές του Χάρτη, βασικές επιταγές της ενωσιακής δικαιοταξίας στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η Επιτροπή δεν έχει ακόμα προσφύγει κατά της χώρας μας για παραβίαση του ενωσιακού δικαίου, η ευθύνη για την ανάπτυξη της αποτελεσματικότητας του Χάρτη στην εσωτερική έννομη τάξη μετατίθεται στους ώμους των φορέων της δικαστικής λειτουργίας. Οι προκλήσεις είναι πολλές, η υποχρέωση όμως μία δηλαδή η ανάληψη του θεσμικού εγγυητικού τους ρόλου ως ευρωπαίων δικαστών σύμφωνα με τη συνθήκη και το Χάρτη για την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν τα πρόσωπα που βρίσκονται στη δικαιοδοσία τους από τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα. Αυτή η υποχρέωση συνιστά ταυτόχρονα και μια αδιαμεσολάβητη εξουσία παρέμβασης του εθνικού ποινικού δικαστή για την προάσπιση και της ευρωπαϊκής συνταγματικής τάξης».
Τελευταίος ομιλητής στο συγκεκριμένο πάνελ ήταν ο Γιάννης Κτιστάκης, δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αν. καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο ΑΠΘ που μίλησε με θέμα «Ποινικοί Κώδικες τα όρια ελέγχου του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ)». Όπως ήταν φυσικά ο κ. Κτιστάκης προσπάθησε, με όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικό τρόπο να παρουσιάσει αποφάσεις του ΕΔΔΑ που κάποιες φορές μοιάζει ακόμα και να αντιφάσκουν μεταξύ τους εφόσον είναι δεδομένο ότι εκεί στην Εσπερία η δικανική κρίση είναι πιο ελεύθερη και δεν κινδυνεύουν, όπως πρόσφατα στην Ελλάδα, να διωχτούν πειθαρχικά δικαστές μόνο εξ αιτίας της όποιας κρίσης και απόφασης που εκδίδουν.
«Ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του για παράδειγμα τις απαιτήσεις του άρ. 3 της ΕΣΔΑ όταν κινείται στην κατεύθυνση της αυστηροποίησης των ποινών και των όρων έκτισής τους με κίνδυνο περαιτέρω συμφόρησης των σωφρονιστικών καταστημάτων στα συμβαλλόμενα κράτη. Εν τούτοις ο ρόλος του δικαιοδοτικού μηχανισμού που εγκαθίδρυσε η ΕΣΔΑ είναι ως γνωστόν επικουρικός και η υποχρέωση διασφάλισης της μίνιμουμ προστασίας επαφίεται πρωταρχικά στα συμβαλλόμενα μέρη. Δεν είναι το τέλος της προστασίας η ΕΣΔΑ, είναι το ελάχιστο επίπεδο προστασίας», σημείωσε ο κ. Κτιστάκης. Συνέχισε λέγοντας ότι όλα αυτά ισχύουν κατά μείζονα λόγο στο πεδίο του ποινικού δικαίου που παραμένει βασική έκφραση της κρατικής κυριαρχίας. Υπενθύμισε ότι «πάντοτε αμυνόμενο διάδικο μέρος ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι ένα συμβαλλόμενο κράτος και ασφαλώς δεν είναι ο ρόλος του να υποκαταστήσει τις εθνικές αρχές ως προς την αντεγκληματική πολιτική, υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούνται όλες οι απαιτήσεις κυρίως του άρ. 6 περί δίκαιης δίκης».
Σημείωσε ότι παρά τα εγγενή αυτά όρια, στα οποία υπόκειται ο έλεγχος του Στρασβούργου, ήδη από πολύ νωρίς δέχτηκε ότι ειδικά το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη λόγω της εξέχουσας θέσης που κατέχει σε μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας. Τόνισε ότι το σχετικό άρ. 6 ΕΣΔΑ είναι εύλογα πολύ περισσότερο απαιτητικό στις ποινικές υποθέσεις παρά στην πολιτική (αστική) δίκη. «Η αξιολόγηση της δίκης ως δίκαιης πρέπει να γίνεται in concreto βάσει των ειδικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Εξάλλου το ΕΔΔΑ εξετάζει μόνο ατομικές προσφυγές ή διακρατικές. Με αυτά υπόψη είναι σκόπιμο να αναφερθούμε σε ορισμένες από τις τελευταίες αλλαγές που επέφερε ο εθνικός νομοθέτης σε θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η σύμβαση και στην προσέγγιση των θεμάτων αυτών από το δικαστήριο». Εδώ υπογράμμισε βεβαία τον σκοπό που πρόβαλλε για τις αλλαγές αυτές ο νομοθέτης και που δεν είναι άλλος από την απαίτηση του ΕΔΔΑ για επιτάχυνση της ποινικής δίκης που ωστόσο δεν πρέπει να επιτυγχάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
Αναφέρθηκε στη νομοθετική πρωτοβουλία με την οποία δίνεται δυνατότητα επιβολής δήμευσης για το έγκλημα του εμπρησμού λέγοντας: «Η περίπτωση απειλής γενικής δήμευσης ασύνδετης με το έγκλημα απασχόλησε το ΕΔΔΑ σε πρόσφατη υπόθεση (κατά Λετονίας) στην οποία διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία».
Στο δικονομικό πεδίο όπου, όπως είπε, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει πλούσια νομολογία αναφέρθηκε στο δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας της υπεράσπισης, στο τεκμήριο αθωότητας και στο δικαίωμα του κατηγορουμένου να ενημερωθεί για την σε βάρος του κατηγορία και να του παρασχεθεί χρόνος για την προετοιμασία της άμυνάς του.
Αναφέρθηκε στη διάταξη που δίνει στους αστυνομικούς το δικαίωμα να μην παραστούν στη δίκη αλλά να αναγνωστούν οι καταθέσεις τους: «Η διάταξη αυτή θέτει το ζήτημα των ανελέγκτων καταθέσεων που έχει κατ’ επανάληψη απασχολήσει το δικαστήριο του Στρασβούργου και έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογιακής εξέλιξης. Η νομολογία έχει διαμορφώσει δύο κανόνες που συνιστούν παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου σε περίπτωση ανάγνωσης της κατάθεσης απόντος μάρτυρα. Α) Αν ο μάρτυρας που δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο ήταν το μοναδικό καθοριστικό για τη θεμελίωση της κατηγορίας ενοχής αποδεικτικό στοιχείο τότε η ανάγνωση της κατάθεσής του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρ. 6 ΕΣΔΑ. Β) Η έλλειψη σοβαρού λόγου για την απουσία του μάρτυρα αρκούσε από μόνη της για την κατάφαση της παραβίασης. Υπό αυτά τα νομολογιακά δεδομένα διαπιστώθηκε παραβίαση του άρ. 6της ΕΣΔΑ (και) σε δύο ελληνικές υποθέσεις».
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς αν η διάταξη εφαρμοστεί (ευτυχώς μέχρι τώρα τα δικαστήρια δεν την εφαρμόζουν) θα πληρώνει αδρά πρόστιμα η χώρα!
Στη συνέχεια αφιέρωσε μεγάλο μέρος της εισήγησής του στη νέα ρύθμιση ανάγνωσης καταθέσεων αντί της κλήσης ουσιωδών μαρτύρων στη δίκη σε δεύτερο βαθμό που δίνει περιθώριο μόλις 5 ημερών στον κατηγορούμενο από την ημέρα που του επιδίδεται η κλήση στο δικαστήριο, προκειμένου να ζητήσει την κλήση των μαρτύρων στο δικαστήριο. Αν και, όπως είπε, οι λεπτομέρειες εδώ υπάγονται στα εθνικά δικαστήρια εντούτοις στην απόφασή του (κατά Ρωσίας 2018) το ΕΔΔΑ συγκέντρωσε τα κριτήρια για τον έλεγχο παραβίασης του άρ. 6 από τη μη κλήτευση μαρτύρων: α) επαρκής αιτιολογία του αιτήματος του κατηγορουμένου και η συνάφεια με την κατηγορία, β) η αιτιολογία από το εθνικό δικαστήριο της απόφασης μη κλήτευσης μαρτύρων και η επίδεση αυτής στο συνολικό δίκαιο χαρακτήρα της δίκης. Όπως είπε ο κ. Κτιστάκης, αυτό φυσικά αφορά και την κατ’ έφεση δίκη που όλα επανελέγχονται και εκ νέου θα κρίνεται η ενοχή. Από την άλλη, όταν προβλέπονται τυπικές προϋποθέσεις για υποβολή αιτήματος κλήτευσης μαρτύρων ενός κατηγορουμένου εντός μιας σύντομης προθεσμίας, η αυστηρή και φορμαλιστική εφαρμογή τους μπορεί να οδηγήσει επίσης σε διαπίστωση παράβασης του άρ. 6. Πρόσφατα, σημείωσε ο ευρωπαίος δικαστής, καταδικάστηκε η Γαλλία για παραβίαση του άρ. 6 λόγω φορμαλισμού (αυστηρή εφαρμογή δικονομικού κανόνα). Αναφέρθηκε ακόμα στο τεκμήριο αθωότητας σε ό,τι αφορά τις αλλαγές που προβλέπουν την άρση του ανασταλτικού χαρακτήρα της έφεσης, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει κάποιο άλλο αδίκημα αλλά και στην ενημέρωση και στον χρόνο που επιβάλλεται να δοθεί στον κατηγορούμενο στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας.
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[1η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]





