Προς τι η επιδεικτική αποχώρηση των Γ. Αδειλίνη και Ι. Κλάπα από την ομιλία του πρώην πρωθυπουργού στη Βουλή;
της Άντας Ψαρρά
[2.11.2024]
«Ως πράξη “μη νομιμοποίησης όσων ακούγονταν κατά της Δικαιοσύνης, τα οποία εν πολλοίς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα”, θεωρούν δικαστικές πηγές, με τις οποίες συνομίλησε το dikastriko.gr, την αποχώρηση της Γεωργίας Αδειλίνη και της Ιωάννας Κλάπα από την αίθουσα της Βουλής κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Αλέξη Τσίπρα στην ημερίδα με τίτλο “Ενδυναμώνοντας την Δημοκρατία”». Αν κάποιος αρκεστεί στην συγκεκριμένη «ερμηνεία» της κίνησης από το ιστολόγιο δικαστικών συντακτών, θα θεωρήσει ότι ειπώθηκαν τερατώδη για τη δικαιοσύνη λόγια. Κι όμως άρκεσε στις κυρίες Αδειλίνη και Κλάππα για την επιδεικτική αυτή αποχώρηση μια απλή αναφορά στα προφανή για όλους τους πολίτες λόγια σχετικά με τις «μαύρες κηλίδες, τις ανοιχτές πληγές του κράτους Δικαίου στη πατρίδα μας και που άνοιξαν, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια». Ο κ. Τσίπρας αναφερόταν στο σκάνδαλο των υποκλοπών, στο ναυάγιο της Πύλου και στην τραγωδία των Τεμπών, καταλήγοντας: «Αν θέλουμε, λοιπόν, στο μέλλον να γιορτάζουμε με μεγαλύτερη περηφάνια επετείους σαν τη σημερινή, των 50 χρόνων από την επανακύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από τη χώρα μας, επιβάλλεται η εκτελεστική αλλά και η δικαστική της εξουσία, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων».
Ο Αλέξης Τσίπρας βέβαια δεν άφησε ασχολίαστη την αποχώρηση των δύο δικαστικών, παρατηρώντας ότι θα μπορούσε η δικαιοσύνη τουλάχιστον να καθίσει και να ακούσει.
Άραγε τι ακριβώς ήταν εκείνο που προκάλεσε μια τόσο ακραία αντίδραση από τις δύο κυρίες του Αρείου Πάγου;
– Δεν ισχύει άραγε το γεγονός ότι η δικαιοσύνη μέχρι τώρα τα έκρινε όλα καλώς καμωμένα, ότι ανέθεσε αιφνιδιαστικά τη δικογραφία των υποκλοπών στον Α. Ζήση, ο οποίος μαζί με την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έκλεισαν την υπόθεση ως μη σκάνδαλο, επομένως δεν προκύπτουν ποινικές ευθύνες; «Παρά το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει ότι υποκλοπές έγιναν, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, πρόλαβε να διαβάσει σε τρεις εργάσιμες ημέρες το πόρισμα των 300 σελίδων που συνέταξε ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αχιλλέας Ζήσης, ο οποίος διενεργούσε τους τελευταίους εννέα μήνες την προκαταρκτική εξέταση για τις υποκλοπές μετά την ξαφνική και αναιτιολόγητη αφαίρεση της έρευνας από τους εισαγγελείς πρωτοδίκες. Από ό,τι φαίνεται η έμπειρη ανώτατη δικαστική λειτουργός δεν διάβασε (;) επαρκώς τα συμπεράσματα της έρευνας του κ. Ζήση στο τέλος του πορίσματος, εκεί που διατυπώνονται αδιανόητοι ισχυρισμοί. Η “Εφ.Συν.”, έχοντας διαβάσει το πόρισμα, αποκαλύπτει σήμερα γιατί μόνος του ο αντεισαγγελέας τινάζει το πόνημά του στον αέρα και γιατί η υπόθεση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αρχειοθετηθεί, καθώς πλέον εγείρονται σοβαρά ζητήματα ακυρότητας του πορίσματος» (Κώστας Ζαφειρόπουλος, «Ο Ζήσης τίναξε το πόρισμα στον αέρα», Εφημερίδα των Συντακτών, 2.8.2024).
– Δεν ισχύει άραγε το γεγονός ότι οι δύο δικαστικές λειτουργοί έσπευσαν να κατακρίνουν εμμέσως την Ευρωπαία Εισαγγελέα με πρωτοφανή ανακοίνωση και σε αυστηρούς τόνους; «Δημοσιεύματα και ανακοινώσεις, που είδαν το φως της δημοσιότητας, μέσω των Μ.Μ.Ε., στρέφονται κατά της Ελληνικής Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, προσάπτοντας αδιαφορία και πλημμέλειες στη δικαστική αντιμετώπιση της τραγωδίας των Τεμπών. Στα πιο πρόσφατα, μάλιστα, η Ελληνική Δικαιοσύνη φέρεται να μην ενεργεί αυτοβούλως, αλλά να “σύρεται” να πράξει το χρέος της ως προς το πολύνεκρο αυτό δυστύχημα από την Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέα, η οποία κάλεσε, δήθεν εσπευσμένα, στο Στρασβούργο τον Έλληνα Εντεταλμένο Ευρωπαίο Εισαγγελέα, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για την πορεία της σχετικής έρευνας. Το ψευδές των ανωτέρω δηλώσεων, που αποκλειστικό σκοπό έχουν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των παθόντων και πενθούντων συνάγεται από το γνωστό στους ασχολούμενους με τη νομική επιστήμη δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασχολείται με την έρευνα και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων, που στρέφονται, αποκλειστικά και μόνον, κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Ανακοίνωση Γ. Αδειλίνη, Ι. Κλάπα).
Διέλαθε της προσοχής των δύο δικαστικών λειτουργών ότι προφανώς και είναι αντικείμενο έρευνας από την Ε.Ε. το αν οι πόροι διατίθενται σωστά και κυρίως αν εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη οι κανονισμοί για την ασφάλεια των μεταφορών; Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Έλεγχο-χειρισμό και σηματοδότηση του σιδηροδρομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το παρατρόχιο σύστημα ETCS (European Train Control System) θα έπρεπε να λειτουργεί από το 2020, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του ήταν ήδη υπό κατασκευή. «Τον Μάιο του 2022, αρκετούς μήνες πριν από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, παράλληλη έρευνα για το ίδιο θέμα, τη μη υλοποίηση της σύμβασης 717, ξεκίνησε και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, καθώς το έργο χρηματοδοτείτο κατά 85% από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Γιάννης Σουλιώτης, «Ποινική δίωξη για ελλιπείς ελέγχους στη σύμβαση 717», Η Καθημερινή, 13.9.2024). «Τη βεβαιότητα ότι θα είχε αποφευχθεί η τραγωδία των Τεμπών, αν εγκαίρως είχε ολοκληρωθεί η περίφημη σύμβαση 717 για την τηλεδιοίκηση και τη σηματοδότηση του σιδηροδρομικού δικτύου, διατυπώνεται στο βαρύ κατηγορητήριο που συνέταξε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης που έχει συγκλονίσει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία» (Μίνα Μουστάκα, «Η σύμβαση 717, τα Τέμπη και το Άδενδρο», Τα Νέα, 9.3.2024). Πώς λοιπόν οι δύο ανώτατοι δικαστικοί υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι αρμόδια για τη συγκεκριμένη έρευνα; Δεν αφορά και την Ε.Ε. η πιθανή κατασπατάληση των πόρων της από ένα κράτος μέλος;
Η ίδια δε η Ευρωπαία Εισαγγελέας δήλωσε ότι δεν μπορεί να διεξάγει σε βάθος την έρευνα μια και στο ελληνικό Σύνταγμα προστατεύονται οι υπουργοί και ήταν ξεκάθαρη όταν δήλωσε με κάθε τρόπο την απόλυτη κατανόησή της στους συγγενείς των θυμάτων ενώ επικαλέστηκε μια άλλη τραγωδία που έζησε στη δική της χώρα, το 2015 (Λάουρα Κιόβεσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, «Θέλουν να πνίξουν την έρευνα για τα Τέμπη», συνέντευξη στους Άρη Χατζηγεωργίου και Κώστα Ζαφειρόπουλο, Εφημερίδα των Συντακτών, 15.3.2024):
«Και σε αυτή την περίπτωση (των Τεμπών), εμείς είναι αδύνατο να ανακαλύψουμε όλα τα γεγονότα και την πλήρη αλήθεια. Διότι δεν μπορούμε να ερευνήσουμε. Θέσαμε το θέμα. Στείλαμε επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διότι, κατά τη διάρκεια των ενεργειών μας, εάν διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν εθνικές προβλέψεις αντίθετες με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και τον κανονισμό της EPPO, ενημερώνουμε σχετικά. Έχω την εντύπωση ότι στην Ελλάδα θέλουν να θολώσουν τα νερά, να “πνίξουν” την υπόθεση. Αλλά αυτό δεν γίνεται […] Όσα θέσαμε στο κατηγορητήριο στηρίζονται σε αποδείξεις, στηρίζονται σε έρευνα, όσα ανακαλύψαμε ψάχνοντας. Δεν γνωρίζω τι ερεύνησαν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, αν άκουσαν τους μάρτυρες, αν είδαν την υπόθεση. Και δεν νομίζω ότι αυτή η υπουργική ασυλία είναι ο κατάλληλος τρόπος να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Η διερεύνηση είναι δουλειά για τους εισαγγελείς και την Αστυνομία, όχι για τη Βουλή. Όταν ξεκινάμε μια έρευνα, θα πρέπει να μας επιτραπεί να τους ερευνήσουμε όλους. Όποιον βαθμό και αν έχουν, όποια θέση στην κοινωνία και αν έχουν».
Σε τι από αυτά άραγε απάντησε η ανακοίνωση του Αρείου Πάγου και κυρίως πού ακριβώς διαφωνούν οι δύο ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί;
– Και τέλος, δεν ισχύει άραγε το γεγονός ότι αρχικά κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν στο σωρό ως διακινητές κάποιοι διασωθέντες ναυαγοί στο πολύνεκρο έγκλημα της Πύλου, ενώ σήμερα ακόμα δεν τους έχει αποδοθεί το δικαίωμα στο άσυλο; Η δίκη για το τραγικό ναυάγιο στο Ιόνιο Πέλαγος τον Ιούνιο του 2023, στο οποίο πνίγηκαν περίπου 600 πρόσφυγες κράτησε περίπου τρεις ώρες ενώ τελικά οι δικαστές έκριναν αθώους τους τραγικούς κατηγορούμενους που με συνοπτικές διαδικασίες των αρχών και της εισαγγελίας κατηγορήθηκαν ως διακινητές. Η απαλλαγή βασίστηκε στο γεγονός ότι σύμφωνα με το δικαστήριο αποδείχθηκε πως το αλιευτικό σκάφος γεμάτο πρόσφυγες δεν έπλεε σε ελληνικά χωρικά ύδατα, ούτε κατευθυνόταν προς την Ελλάδα.
Στα τρία αυτά κορυφαία παραδείγματα αναφέρθηκε ο Αλέξης Τσίπρας ζητώντας το αυτονόητο, δηλαδή να σταθεί η δικαιοσύνη στο ύψος της. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η διάκριση των εξουσιών στη χώρα μας έχει μια αχίλλεια πτέρνα. Η ηγεσία των Ανώτατων Δικαστηρίων εκλέγεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος-όποια επιλεγεί γι’ αυτές τις σημαντικές θέσεις έχει κάποια θεσμική υποχρέωση προς την εκτελεστική εξουσία. Οφείλει να ακούει όλους τους θεσμικούς παράγοντες.

