Πρόεδρος ΣτΕ: «Ο κανόνας δικαίου είναι ένα ζωντανό εργαλείο»
της Άντας Ψαρρά
[12.11.2024]
Να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα μεταξύ δικηγόρων και των ακραίων κυβερνητικών παρεμβάσεων στις Ανεξάρτητες Αρχές με φόντο τη συγκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών προσπάθησε με επιστολή του ο πρόεδρος του ΣτΕ κ. Μ. Πικραμένος.
Οι δικηγορικοί σύλλογοι, το 2023, αναζητώντας στον ανώτατο βαθμό της δικαιοσύνης τη διασφάλιση της αποτροπής αθρόων παρεμβάσεων και την ακύρωση των αποφάσεων της κυβέρνησης και ειδικότερα του Γ. Φλωρίδη, προσέφυγαν στο ΣτΕ. Είχαν προηγηθεί φυσικά όλες οι κυβερνητικές αυθαιρεσίες στο σκάνδαλο των υποκλοπών: οι αυθαίρετες και χωρίς καμιά διαβούλευση με την αντιπολίτευση αντικατάσταση μελών και διορισμοί νέων μελών στις συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές. Στην ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών) και στο ΕΣΡ (Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο) που έφτασαν στο σημείο απειλών και διώξεων μελών και του προέδρου της ΑΔΑΕ κ. Ράμμου που τόλμησαν να έχουν αντιρρήσεις στον τρόπο συγκάλυψης του σκανδάλου των υποκλοπών. Η αιφνιδιαστική αφαίρεση της καυτής δικογραφίας από τα χέρια των εισαγγελέων Πρωτοδικών και η ανάθεση της υπόθεσης στον αντιεισαγγελέα Α.Π. κ. Α. Ζήση δια χειρός της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου ήταν άλλη μια σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Το ΣτΕ, με απόφασή του, αλλά και με τη σημαντική καταγραφή της αντίθετης μειοψηφίας έκρινε ότι το αίτημα του ΔΣΑ που υποβλήθηκε δια του καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου στερείται εννόμου συμφέροντος και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται η προσφυγή και δεν γίνεται δεκτό, μια και διαφορετικά θα είχε το χαρακτήρα μιας λαϊκής αγωγής! Ακολούθησε οξύτατη ανακοίνωση από τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις του αρ. 90 του Κώδικα Δικηγόρων ξεκαθαρίζει πως είναι θεσμικό τους δικαίωμα και διαχρονική η παρέμβασή τους «σε ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος, που απασχολούν τη χώρα και την κοινωνία». Ο κ. Βερβεσός αναφέρθηκε στις υποθέσεις μείζονος σημασίας που αφορούν την κοινωνία, τους πολίτες και το κράτος δικαίου (Τέμπη – παράσταση προς υποστήριξη κατηγορίας, ρήτρα αναπροσαρμογής ηλεκτρικού ρεύματος – συλλογική αγωγή, προστασία δανειοληπτών – Ολομέλεια Αρείου Πάγου, αίτηση ακύρωσης κατά φορονόμου Χατζηδάκη κλπ.). Στηλίτευσε την άρνηση της Ολομέλειας του ΣτΕ να ασχοληθεί με την ουσία του αιτήματος και την απόρριψή του με το πρόσχημα του κινδύνου μιας «λαϊκής αγωγής». Αναμένεται όπως όλα δείχνουν η απόφαση για αποχή όλων των δικηγορικών συλλόγων της χώρας από την εκδίκαση υποθέσεων ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι το τέλος του χρόνου (αναλυτικά στο ρεπορτάζ της Εύας Παπαδοπούλου «Το ΣτΕ “ακυρώνει” τους δικηγορικούς συλλόγους», Εφημερίδα των Συντακτών, 12.11.2024).
Με τη σημερινή του επιστολή ο πρόεδρος του ΣτΕ κ. Μ. Πικραμένος προσπαθεί να ξεκαθαρίσει το θέμα, υποστηρίζοντας σχετικά με τη διαφαινόμενη αποχή πως «όχι μόνο δεν νοείται σε ένα κράτος δικαίου να συνδέεται [η αποχή] με την αιτιολόγηση μιας δικανικής κρίσης (που βεβαίως υπόκειται ακόμα και σε δριμεία κριτική), αλλά, το κυριότερο, συντελεί στην αναποτελεσματικότητα απονομής της δικαιοσύνης, με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για τους διαδίκους και ευρύτερα για την κοινωνική ειρήνη και ευρυθμία». Δεν παραλείπει να τονίσει πως οι όποιες κρίσεις για τις αποφάσεις είναι φυσικά αποδεκτές όσο σκληρές και αν είναι.
Προφανώς ο κ. Πικραμένος έχει τυπικά δίκιο όταν λέει πως δεν είναι λογικό να υπάρχει αποχή των δικηγόρων εξ αιτίας μιας απόφασης του ΣτΕ. Όμως εδώ θα πρέπει να αναζητηθεί και το μείζον, δηλαδή ποιος τελικά είναι ο τρόπος άμυνας -αν βέβαια ακόμα υπάρχει- έτσι ώστε να ανατραπεί μια κυβερνητική ακραία παρέμβαση που επηρεάζει άμεσα και απροκάλυπτα τα ανεξάρτητα όργανα του κράτους δικαίου. Ποια είναι η νόμιμη άμυνα στη γνωστή τακτική της σημερινής κυβέρνησης να πετάει το μπαλάκι κρίσιμων υποθέσεων σε ευήκοα ώτα της δικαιοσύνης; Και ποια είναι τελικά η στάση της δικαιοσύνης απέναντι σε ζητήματα που κοινώς σκάβουν τον λάκκο στο κράτος δικαίου;
Ο κ. Πικραμένος, όντας ένας δικαστής που υπερασπίζεται διαχρονικά το κράτος δικαίου και πιστεύει ακράδαντα πως ο κανόνας δικαίου είναι ένα ζωντανό εργαλείο, θέλοντας προφανώς να στηρίξει την απόφαση του ΣτΕ κατέφυγε στην επιστολή που δυστυχώς με πολύ τυπικό τρόπο αντιπαρέρχεται το ουσιώδες θέμα παραβίασης της δικαιοδοσίας των ανεξάρτητων αρχών.
Δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες από τον περασμένο Μάιο, όταν ο ίδιος με θέρμη υποστήριζε ότι «Στη σύγχρονη δημοκρατία όλοι πρέπει να ελέγχονται κι εμείς οι δικαστές του ΣτΕ με έναν τρόπο νομίζω θεμιτό όταν προσεγγίζουμε μία υπόθεση κι όταν μας τίθενται ζητήματα πάντα σκεπτόμαστε τι θα έλεγε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Ήταν στη διάρκεια του Συνεδρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, όταν ο πρόεδρος του ΣτΕ παραβρέθηκε και συντόνισε το πάνελ με θέμα τους πρόσφυγες, ενώ συμπτωματικά το αμέσως επόμενο πάνελ με θέμα «Νέοι κίνδυνοι για την ελευθερία του τύπου και την ασφάλεια των επικοινωνιών» συντόνιζε ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χ. Ράμμος.
Στη σύντομη εισαγωγή του ο κ. Πικραμένος μίλησε για το ζήτημα απονομής της δικαιοσύνης υποστηρίζοντας πως τα σχετικά προβλήματα στην Ελλάδα ξεκινούν από τα προγράμματα και τη διδασκαλία των νομικών σχολών: «Δεν αρκούν κάποια μαθήματα δικαιωμάτων για να αλλάξουν τα πράγματα. Θα έλεγε κανείς πώς ο Έλληνας νομικός μέσα από ένα πολύ ενισχυμένο οικονομισμό με πολλές ώρες δικονομίας (πολιτικής, ποινικής και διοικητικής) αντιμετωπίζει το νομικό δίκαιο ως το πρώτιστο και όχι ως τη θεραπαινίδα του ουσιαστικού δικαίου και θα έλεγε κανείς ότι το ουσιαστικό δίκαιο γίνεται η θεραπαινίδα του δικονομικού δικαίου. Μαθαίνουν οι Έλληνες νομικοί ότι εκεί είναι η βάση και αυτό έχει αποτελέσματα στην εξέλιξή τους και ως νομικών και στη συνέχεια ως δικηγόρων δικαστών κλπ. Έχουν μια υπερβολική εμμονή με τα θέματα της δικονομίας και της τυπολατρίας κι αυτό το συναντάμε και σε δικαστικές αποφάσεις και σε πολυσέλιδα δικόγραφα που ταλαιπωρούν τους δικαστές και στη συνέχεια το κοινό». Τόνισε πόσο σημαντικό είναι να ενισχυθεί η διδασκαλία με υποχρεωτικά μαθήματα για το ουσιαστικό δίκαιο που είναι η βάση. Μίλησε για τη σημαντικότατη έννοια του εύλογου χρόνου και την ανάγκη απονομής της δικαιοσύνης και πώς από την ώρα που κατατίθεται ένα ένδικο βοήθημα ή ένα ένδικο μέσο ναι μεν γίνεται άσκηση ατομικού δικαιώματος αλλά για την πορεία της υπόθεσης υπάρχει δημόσιο ενδιαφέρον. Τόνισε με αναφορά και στην ομιλία του Ν. Αλβιζάτου πως ο κανόνας δικαίου είναι ένα ζωντανό εργαλείο και ότι ο νομοθέτης και οι δικαστές είναι οι ερμηνευτές του σύγχρονου κόσμου. «Ο πρώτος, δηλαδή ο νομοθέτης με τη νομοθεσία του ουσιαστικά βλέπει τα δημόσια προβλήματα τις δημόσιες πολιτικές και τις καταστρώνει σε κείμενο και ο δικαστής όταν έρχεται να ελέγξει αυτές τις δημόσιες πολιτικές σε επίπεδο συνταγματικότητας στην ουσία, έστω και με τους περιορισμούς που έχει, ερμηνεύει κι αυτός το σύγχρονο κόσμο και κατ’ επέκταση θεωρεί συνταγματικές ή αντισυνταγματικές τις επιλογές του νομοθέτη. Επομένως για μένα πρέπει κάποτε οι νεότεροι νομικοί σε αυτή τη χώρα να αντιληφθούν ότι η νομική επιστήμη είναι ένα κομμάτι των κοινωνικών επιστημών και χωρίς μια διεπιστημονική προσέγγιση των ζητημάτων δεν καταλαβαίνουμε τι είναι ο κανόνα δικαίου». Προφανώς αυτά είναι που απεχθάνεται η σημερινή κυβέρνηση και προχώρησε στην πλήρη κατάργηση των διεπιστημονικών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών και στην αντικατάστασή τους με τους συμβούλους του εκάστοτε υπουργού δικαιοσύνης. Ο κ. Πικραμένος σε εκείνη την σημαντική εισαγωγή του είπε ακόμα πως «ο κανόνας δικαίου δεν είναι κάτι νεκρό δεν είναι κάτι αποστεωμενο και έξω από την πραγματικότητα και νομίζω ότι εδώ η βοήθεια του Στρασβούργου είναι τεράστια στο θέμα των αόριστων νομικών εννοιών και στην εξειδίκευσή τους. Η νομολογία του Στρασβούργου είναι σημαντική διότι μας έκανε εμάς στο ΣτΕ πάντα να σκεπτόμαστε ότι υπάρχει και κάποιος ελεγκτής . Στη σύγχρονη δημοκρατία όλοι πρέπει να ελέγχονται κι εμείς με έναν τρόπο νομίζω θεμιτό όταν προσεγγίζουμε την υπόθεση κι όταν μας τίθενται ζητήματα πάντα σκεπτόμαστε το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ τι θα έλεγε και ποια λύση θα ήταν πιο κοντά σε αυτές τις θέσεις. Εγώ μάλιστα θα έλεγα στους συναδέλφους του ΕΔΔΑ επειδή δεν έχουν κανένα ανώτερο όργανο να τους ελέγχει να εφεύρουν κάποιο. Είναι σημαντικό σε μια δημοκρατία τα όργανα να αντιλαμβάνονται τα όρια τους και να αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ένα σύστημα αλληλοελέγχων το οποίο είναι και η ουσία της δημοκρατίας. Τι σημαίνει αποτελεσματική δικαστική προστασία; ότι ασκούνται πραγματικά τα ατομικά δικαιώματα που προβλέπονται στο Σύνταγμα. Αν δεν υπάρχει αυτό όλα αφυδατώνονται και αποστεώνεται το σύνολο των δικαιωμάτων. Επειδή έχω περάσει από τη δεκαετία του ‘80 που πρωτομπήκα στο ΣτΕ λέω ότι σαν δικαστήριο έχουμε μια εξελικτική πορεία. Ένα μεγάλο συν του Δικαστηρίου του Στρασβούργου αλλά και της ΕΕ είναι ότι ο δικαστής απέκτησε κάποια ευρωπαϊκά εργαλεία τα οποία όπως είπε και ο καθηγητής Αλιβιζάτος μείωσαν τα περιθώρια στερεοτυπικών προσεγγίσεων του Έλληνα δικαστή που είναι βγαλμένος από μία κατά βάση συντηρητική κοινωνία που ναι μεν θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή αλλά ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πιο πολύ χρησιμοθηρικά βλέπει την Ευρώπη παρά στην ουσία της που είναι η ουσία των δικαιωμάτων και του κράτους δίκαιου».
[«Συνέδριο ΕλΕΔΑ: 50 χρόνια από την κύρωση της ΕΣΔΑ – Μάιος 2024»]
Ο έμπειρος και προοδευτικός πρόεδρος του ΣτΕ προφανώς λοιπόν και γνωρίζει πολύ καλά -έχοντας και προσωπική πείρα- τους τρόπους που κυβερνήσεις στην Ελλάδα και ειδικά οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη χρησιμοποιούν όσο μπορούν τη δικαιοσύνη και τους διορισμούς των επικεφαλής, σύμφωνα με τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορεί τυπικά να έχει δίκιο λέγοντας πως δεν νοείται αποχή λόγω μιας δικανικής κρίσης, αλλά κάπως οφείλει να διαπιστώσει ότι τα όρια που έχουν πλέον οριστεί από τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις στην ελεύθερη δικανική κρίση είναι ανεπίτρεπτα. Οφείλει να σκύψει στην ουσία του δικαίου και να αναλογιστεί τη σωρεία νόμων που με τη σύμφωνη γνώμη ή τη σιωπή των δικαστικών κατάργησαν τα δικαστικά συμβούλια και τα πενταμελή Εφετεία, νόμων που θεσπιστήκαν αποκλειστικά με γνώμονα τον άκρατο ποινικό λαϊκισμό, νόμων που ήρθαν να περιορίσουν τους ελέγχους από τις Ανεξάρτητες Αρχές, νόμους που κλείνουν το μάτι στους έχοντες περιθώρια εξαγοράς ποινών, περιορισμούς στη ελεύθερη βούληση των δικαστών να χορηγούν αναστολή ποινών στους μη αρεστούς κατηγορουμένους, νόμους που παραβιάζουν τα δικαιώματα των θυμάτων της ανεξέλεγκτης εκτελεστικής εξουσίας κλπ. Μεθοδεύσεις ακραίας συγκάλυψης ευθυνών και υποθέσεων μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος πολύ συχνά δυστυχώς και με τη βοήθεια αποφάσεων της δικαιοσύνης. Πώς λοιπόν θα αμυνθεί το δίκαιο σε όλα αυτά; Ποιοι θα το υπερασπιστούν πρωταρχικά αν όχι οι δικηγόροι και οι νομικοί επιστήμονες;
Σε όλα αυτά τα εύλογα ερωτήματα δεν απαντάει δυστυχώς η επιστολή του προέδρου του ΣτΕ που εξασφάλισε ευρύτατη αποδοχή όταν πρωτάθηκε για τη θέση αυτή.
Δεδομένης μάλιστα και της συγκυρίας που διαμορφώνεται τόσο από την εκλογή του Ντ. Τραμπ που θα συνεχίζει να βιάζει την αμερικανική δικαιοσύνη αλλά και από την επιμονή του γαλάζιου ακροατηρίου να βαδίσει ο Κ. Μητσοτάκης ακόμα πιο ακροδεξιά, είναι κρίσιμο ζήτημα το πώς και αν υπάρχει ελπίδα να θωρακιστεί στοιχειωδώς το δίκαιο. Αυτό επιχειρεί ως έσχατο μέσο η πρόταση της ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων για αποχή.
Κι αν ο υφυπουργός κ. Μπουγάς ενόψει αυτής της προοπτικής κάλεσε εκτάκτως σε συνάντηση αύριο τον κ. Βερβεσό τίποτα δεν αλλάζει την άρνηση (και) του ΣτΕ να δώσει διέξοδο σε εκείνους που υπερασπίζονται τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των οργάνων ελέγχου.

