κόπηκε στην «αξιολόγηση»
Ο εφιάλτης του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ότι τώρα εφαρμόζεται σε βάρος του η τόσο προσφιλής του «αξιολόγηση»
του Δημήτρη Ψαρρά
[6.3.2025]
Η χτεσινή ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών στη Βουλή κατέληξε σε μία υπόσχεση:
«Σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να ανακοινώσω μία μόνο από τις πολλές πρωτοβουλίες που αφορούν την επερχόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση: η Νέα Δημοκρατία θα εισηγηθεί να κατοχυρωθεί, θεσμικά και συνταγματικά, η αξιολόγηση στο Δημόσιο».
Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας χειροκρότησαν με ενθουσιασμό την πρόταση, λες και δεν γνώριζαν ότι η κυβέρνησή τους με τον ίδιο πρωθυπουργό είχε θεσμοθετήσει αυτή την «αξιολόγηση» πριν από τρία σχεδόν χρόνια με τον περιβόητο «νόμο Βορίδη» (4940/2022). Δικαίως η χτεσινή δήλωση Μητσοτάκη ερμηνεύτηκε ως προαναγγελία της οριστικής κατάργησης της «μονιμότητας», δηλαδή της προστασίας των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.
Και βέβαια είναι κωμικοτραγικό να ισχυρίζεται ότι θα αποφεύγαμε την τραγωδία αν υπήρχε «αξιολόγηση», αυτός ακριβώς που ευθύνεται για τον παράνομο διορισμό ενός σταθμάρχη, στον οποίο τώρα αποδίδει όλες τις ευθύνες ενός «προσωπικού λάθους».
Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Πριν από δύο ακριβώς χρόνια, στην πρώτη του ομιλία στο υπουργικό συμβούλιο μετά την τραγωδία στα Τέμπη, ο κ. Μητσοτάκης απέδιδε τη σύγκρουση στην έλλειψη «αξιολόγησης» και περηφανευόταν για τη μάχη του να την επιβάλει:
«Πιστέψτε με, προσωπικά γνωρίζω από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη είναι αυτή η μάχη. Το έμαθα καλά όταν ως απλός βουλευτής είχα έρθει σε σύγκρουση με “εργατοπατέρες” της δικής μας παράταξης ή όταν ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης πάλευα για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων εν μέσω πάρα πολλών αντιδράσεων. Δεν έκανα πίσω τότε, δεν θα κάνω πίσω τώρα». («Εισαγωγική τοποθέτηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου», 9.3.2023).
Κοντεύει τα έξι χρόνια πρωθυπουργός ο κ. Μητσοτάκης κι ακόμα δίνει μάχες με τους ανεμόμυλους του δημοσίου κραδαίνοντας το σπαθί της «αξιολόγησης». Αλήθεια; Μα την ίδια ώρα που αποδίδει όλες τις πληγές της σύγχρονης Ελλάδας στην έλλειψη «αξιολόγησης», ο ίδιος δεν διστάζει να διορίζει με αυστηρά προσωπικά του κριτήρια διοικητές και μέλη διοικητικών συμβουλίων στο Δημόσιο. Εντελώς ενδεικτικά:
– Το έκανε από την εποχή που είχε αναλάβει το αρμόδιο Υπουργείο στην κυβέρνηση Σαμαρά (Άντα Ψαρρά, «Κυριάκος Μητσοτάκης, ο νεοφιλελεύθερος γόνος», «Εφημερίδα των Συντακτών», 5.11.2015).
– Το εφάρμοσε αμέσως μόλις αναδείχτηκε πρωθυπουργός (Ντάνι Βέργου: «Η δημόσια υγεία στα χέρια πιστών, “γαλάζιων” παιδιών», «Εφημερίδα των Συντακτών», 26.11.2019).
Στην πραγματικότητα, αυτό που ονειρεύεται (και όσο μπορεί εφαρμόζει) ο κ. Μητσοτάκης είναι απ’ τη μια μεριά η συρρίκνωση του δημοσίου τομέα, ώστε να διευρυνθεί ο χώρος δράσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων και από την άλλη ο προσωπικός του έλεγχος στον διορισμό των υψηλόβαθμων (και υψηλόμισθων) στελεχών του δημοσίου.
Το τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «αξιολόγηση» ο πρωθυπουργός το είχε φανερώσει το 2016 αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Προκάλεσε τότε αλλαγή του καταστατικού του κόμματος, μόνο και μόνο για να αλλάξει τον τρόπο επιλογής των υποψηφίων βουλευτών. Μέχρι τότε ο πρόεδρος είχε αποκλειστική αρμοδιότητα στον ορισμό μόνο των υποψηφίων Επικρατείας και των υποψηφίων ευρωβουλευτών. Όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι επιλέγονταν από τα μέλη του κόμματος με μυστική ψηφοφορία. Η περιγραφή αυτής της διαδικασίας καταλάμβανε τρεις σελίδες του καταστατικού (600 λέξεις). Ο πρόεδρος είχε βέβαια και εδώ τον τελευταίο λόγο, αλλά με βάση τον πίνακα υποψηφίων που είχαν ψηφίσει τα μέλη. Το 10ο Συνέδριο, που οργάνωσε ο κ. Μητσοτάκης, εξαφάνισε εντελώς αυτές τις τρεις σελίδες. Οι 600 λέξεις του άρθρου 19 περιορίστηκαν σε μόλις 35 λέξεις του νέου άρθρου 30. Η αλλαγή διατηρήθηκε και στο ισχύον καταστατικό που υιοθετήθηκε από το 14ο Συνέδριο της Ν.Δ. τον Μάιο του 2022. Και τι λέει αυτό το νέο άρθρο;
«Ο Πρόεδρος του Κόμματος καταρτίζει τα ψηφοδέλτια των Εθνικών και Ευρωπαϊκών Εκλογών. Για την επιλογή των υποψηφίων βουλευτών εφαρμόζει σύστημα αξιολόγησης, συστήνει Μητρώο Υποψηφίων Βουλευτών και μπορεί να ζητεί τη γνώμη των μελών του Κόμματος».
Η εκπληκτική αυτή διατύπωση, ότι δηλαδή ο πρόεδρος αποφασίζει με δικό του σύστημα «αξιολόγησης» για όλα τα ψηφοδέλτια (όχι μόνο το Επικρατείας και των ευρωεκλογών) και, αν θέλει, ρωτάει και τα μέλη, δεν έχει όμοιό της σε κανένα καταστατικό δημοκρατικού κόμματος.
Βέβαια από την εποχή που ήταν υπουργός στην κυβέρνηση Σαμαρά ο κ. Μητσοτάκης ομολογούσε αυτά που θέλει να κρύψει σήμερα. Έλεγε χαρακτηριστικά:
«Είμαστε πια ώριμοι ως κοινωνία να ξεφύγουμε από την έννοια της σκληρής μονιμότητας και να πάμε σε μία έννοια αξιολόγησης και αξιοκρατίας» («Mega», 7.8.2013).
Εξάλλου, λίγους μήνες νωρίτερα, είχε υποστηρίξει ότι τα μέτρα απόλυσης δημοσίων υπαλλήλων που επέβαλαν τα μνημόνια θα έβαζαν τα θεμέλια
«για μια οικονομία η οποία θα είναι πιο ανταγωνιστική, που θα στηρίζει την ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά και την ευρηματικότητα του Έλληνα. Αν είχαμε τολμήσει, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να κάνουμε μια πραγματική αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, του προσωπικού του δημοσίου τομέα με ουσιαστικές επιπτώσεις για αυτούς που συστηματικά δεν απέδιδαν, δεν θα έπεφτε σήμερα τόσο βαρύς ο πέλεκυς επί δικαίων και αδίκων» («Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», 7.11.2012)
Στο στόχαστρό του ήταν από τότε οι εργαζόμενοι στον ΟΣΕ! Έλεγε στην ίδια ομιλία:
«Εγώ λυπάμαι –το λέω ανοιχτά– που φτάσαμε στο σημείο ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ να παίρνει τα ίδια χρήματα με μία καθαρίστρια του ΟΣΕ».
Η φράση αυτή έγινε δεκτή με χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά παρενέβη η Δέσποινα Χαραλαμπίδου (ΣΥΡΙΖΑ):
– «Δεν υπάρχει καθαρίστρια στον ΟΣΕ».
Αμήχανος ο κ. Μητσοτάκης: «Προσέξτε να δείτε»…
Χαραλαμπίδου: «Είναι δανεικοί όλοι και παίρνουν 300 ευρώ».
Εκνευρισμένος ο κ. Μητσοτάκης: «Κυρία Πρόεδρε, δεν δέχομαι διακοπές. Δεν δέχομαι διακοπές, κυρία συνάδελφε. Να λάβετε το λόγο να μιλήσετε και να σεβαστείτε τους κανόνες αυτής της αίθουσας».
Βέβαια ο κ. Μητσοτάκης πρόλαβε να απολύσει (συγνώμη, να «αξιολογήσει») ομαδικά τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, που χάρη στον αγώνα τους έκαναν γνωστή σ’ όλη την Ευρώπη την απάνθρωπη μεταχείρισή τους στο όνομα του νεοφιλελεύθερου δογματισμού.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα χειρότερο. Μιλώντας στη συζήτηση για σχέδιο νόμου του δικού του υπουργείου εκείνη την περίοδο, ο κ. Μητσοτάκης περηφανεύτηκε αρχικά για τη μείωση του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων κατά διακόσιες χιλιάδες και την ελάττωση του κόστους της μισθοδοσίας από τα 24 δις το 2009 στα 15,7 το 2013 (Συνεδρίαση Βουλής, 12.3.2014). Όμως το συμπέρασμά του ήταν αρνητικό:
«Το κράτος μας, λοιπόν, σίγουρα έγινε μικρότερο, αλλά μπορούμε να πούμε και με βεβαιότητα ότι δεν έγινε καλύτερο».
Και ποια ήταν η λύση; Μα η περίφημη «αξιολόγηση», η οποία θα γινόταν όχι μόνο με την απονομή αντικειμενικών μορίων, αλλά με την «προσωπική συνέντευξη», δηλαδή έναν απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο προαγωγών ή απορρίψεων. Αυτή ακριβώς τη μέθοδο εφάρμοσε το «επιτελικό κράτος» του κ. Μητσοτάκη.
Μόνο που ο ίδιος ομολογούσε τότε τι κρύβεται πίσω από την «αξιολόγηση» που προβάλλει με περηφάνια σήμερα:
«Υπάρχει ένα ζήτημα, το ποιος μπορεί να αξιολογήσει έναν υπάλληλο. Σίγουρα ο πολιτικός του προϊστάμενος ενδεχομένως να μην έχει την απαραίτητη αντικειμενικότητα για την αξιολόγηση, το γνωρίζω αυτό. Φοβάμαι όμως πως δεν υπάρχει άλλη πραγματική εναλλακτική λύση» (Συνέντευξη στο “Βήμα FM”, 17.6.2014).
Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχει εναλλακτική λύση: να αξιολογηθεί ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης από το εκλογικό σώμα που διαθέτει την απαραίτητη αντικειμενικότητα.

