Scroll Top
poinikos-kodikas-sto-krevati-tou-prokorousti
Ο Ποινικός Κώδικας στο κρεβάτι του Προκρούστη

Της Άντας Ψαρρά

[10.10.2021]

«Ξέρεις πόσο γρήγορα θα βγει αυτός από τη φυλακή; Μόλις σε οκτώ χρόνια». «Αυτός σκότωσε τη γυναίκα του και σε 20 χρόνια θα είναι έξω. Ντροπή!». «Εδωσαν στον αλλοδαπό ένα κιλό ηρωίνη για να την πουλήσει. Να σαπίσει μέσα». «Εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά το παιδί, να μην ξαναδεί το φως του ήλιου». «Μου έκλεψε το πορτοφόλι με τη σύνταξη. Να πάει μέσα να δει τι θα πει φυλακή»… Αυτές είναι οι δικαιολογημένες αντιδράσεις θυμάτων και συγγενών, παθόντων ή απλώς συμπασχόντων, που φωνάζουν και απαιτούν από τη Δικαιοσύνη να «εκδικηθεί» για λογαριασμό τους. Φωνές που, αναλόγως της απήχησης στο θυμικό της κοινής γνώμης, προβάλλονται νυχθημερόν στα ΜΜΕ, διευρύνοντας μοιραία τα όρια του κοινωνικού κανιβαλισμού. Ενα στυγερό έγκλημα είναι απολύτως φυσικό και ανθρώπινο να σοκάρει και να προσελκύει σε έναν βαθμό το ενδιαφέρον του κόσμου. Οι «παρελάσεις» έξω από τα σπίτια, οι ειδικοί αναλυτές, οι συγγενείς θυμάτων και δραστών και, τέλος, οι χαρακτηρισμοί αναλόγως και με το προφίλ του δράστη είναι επίσης κατανοητά και μέχρις ενός σημείου αναπόφευκτα.

Εκείνο που δεν είναι όμως καθόλου φυσιολογικό για ένα κράτος δικαίου και κρύβει -όπως αποδεικνύεται τώρα- ύποπτες πολιτικές σκοπιμότητες είναι η υιοθέτηση από μια κυβέρνηση όλων των ακροτήτων που ακούγονται εν θερμώ και η μετατροπή τους σε νόμους. Αυτή τη λαϊκίστικη εκστρατεία ενορχήστρωσαν οι σημερινοί κυβερνώντες προκειμένου να αλλάξουν για δεύτερη φορά έναν σύγχρονο Ποινικό Κώδικα, καρπό μιας συστηματικής και ενδελεχούς μακρόχρονης μελέτης, διαλόγου και συνεργασίας ειδικών επιστημόνων.

Σήμερα η κυβέρνηση, επιβάλλοντας τις αλλαγές που ονειρευόταν, ετοιμάζεται να απορρυθμίσει ακόμα περισσότερο το κράτος δικαίου και να αναγκάσει τη Δικαιοσύνη να υπακούσει. Σε μια χώρα με ένα από τα πιο τιμωρητικά -για τα περισσότερα εγκλήματα, πλην των οικονομικών- και σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικά ποινικά συστήματα, η κυβέρνηση αποφάσισε να μας γυρίσει ολοταχώς πίσω. Ιχνηλατήσαμε τις διατάξεις που αλλοιώνουν το προοδευτικό πνεύμα του νέου Ποινικού Κώδικα («Ιχνηλατώντας τον Ποινικό Κώδικα Τσιάρα – Μητσοτάκη», «Εφ.Συν.», 27.9.2021 και «Επανέφεραν διατύπωση της χούντας για τις “επικίνδυνες ειδήσεις”», «Εφ.Συν.», 29.9.2021) και δίνουμε σήμερα τον λόγο στους καθ’ ύλην αρμόδιους (δικαστές, πανεπιστημιακούς, νομικούς) να κρίνουν. Αλλαγές που υποτίθεται ότι εισηγήθηκε η νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή Τσιάρα, της οποίας ωστόσο οι προτάσεις δεν έχουν ακόμα γίνει γνωστές.

Ο δικηγόρος, καθηγητής Λ. Μαργαρίτης, ζητώντας επί χρόνια μέσα στις δικαστικές αίθουσες επιείκεια και αναστολές ποινών για πελάτες του με βαριά εγκλήματα, θα πρέπει να εξηγήσει -ως πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής-αν συμφωνεί με την ακόμα μεγαλύτερη αυστηροποίηση των ποινών, τους ασφυκτικούς περιορισμούς στο ευεργετικό και σωφρονιστικό μέτρο της υφ’ όρον απόλυσης, την αδιανόητη επαναφορά τιμωρίας μιας απρόσφορης απόπειρας, την τρομοκράτηση των πολιτών με τη δήθεν διασπορά «ψευδών» ειδήσεων ή αν όλα αυτά είναι απλά η ολοκλήρωση των οραμάτων του ΛΑΟΣ, του Κ. Μητσοτάκη και του Κ. Τσιάρα.


Αυστηροποίηση των ποινών και αντεγκληματική πολιτική

*Η πρόβλεψη σε μια σειρά σοβαρών κακουργημάτων της ισόβιας κάθειρξης ως μόνης απειλούμενης ποινής εκδηλώνει μια έντονη δυσπιστία της νομοθετικής εξουσίας απέναντι στη δικαστική

Του Χαράλαμπου Σεβαστίδη,

εφέτη, εκπροσώπου Τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Τον Μάρτιο του 2020 συγκροτήθηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης νομοπαρασκευαστική επιτροπή με σκοπό τη διαρκή παρακολούθηση του τρόπου εφαρμογής από τη νομολογία και του βαθμού αποδοχής από την επιστήμη των διατάξεων των νέων Ποινικών Κωδίκων, που ψηφίστηκαν μόλις τον Ιούνιο του 2019. Ωστόσο, το κύριο χαρακτηριστικό του σχεδίου νόμου, που δόθηκε στη διαβούλευση τον Σεπτέμβριο του 2021, είναι η επαναφορά αναχρονιστικών θεσμών και εγκλημάτων που δεν εμπεριέχουν ουσιαστικό άδικο, η αυστηροποίηση ποινών, που αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του νέου Ποινικού Κώδικα και εκδηλώνει μια έντονη τιμωρητική διάθεση, η έλλειψη σεβασμού στην αρχή της αναλογικότητας στον χώρο απειλής των ποινών, αλλά και η έντονη δυσπιστία απέναντι στη δικαστική εξουσία.

Είναι, όμως, αμφίβολο αν το τελικό κείμενο του σχεδίου νόμου αποτέλεσε επιλογή των μελών της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής ή αν νοθεύτηκε με παρεμβάσεις υπηρεσιακών παραγόντων του υπουργείου Δικαιοσύνης. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η υιοθέτηση θεσμών και οι επιλογές που έρχονται σε αντίθεση με τη διατυπωμένη από πολλά μέλη της επιτροπής επιστημονική άποψή τους;

Η πρόβλεψη σε μια σειρά σοβαρών κακουργημάτων της ισόβιας κάθειρξης ως μόνης απειλούμενης ποινής εκδηλώνει μια έντονη δυσπιστία της νομοθετικής εξουσίας απέναντι στη δικαστική, αφαιρώντας από την τελευταία τη δυνατότητα προσαρμογής της ποινής που πρέπει να επιβληθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση με συνεκτίμηση της βαρύτητας της πράξης, των συνθηκών τέλεσής της και της προσωπικότητας του δράστη, οδηγώντας τελικά σε ανεπιεική για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα. Ετσι, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και ανατρέπεται το σύστημα ποινών, όπως διαμορφώθηκε με τον νέο Π.Κ.

Αδικαιολόγητη φαίνεται και η επαναφορά της απρόσφορης απόπειρας, που ορθά επισημάνθηκε στην αιτιολογική έκθεση του νέου Π.Κ. ότι συνιστά εκτροπή από τις αρχές του αντικειμενικού αδίκου, αλλά και η τιμώρηση της αλιείας σε χωρικά ύδατα με το ψευδοεπιχείρημα ότι συμβάλλει στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από την αλόγιστη και μη ελεγχόμενη αλιεία και στην κλιματική αλλαγή! Ιδιαίτερη αυστηρότητα παρατηρείται και στον χώρο της υφ’ όρον απόλυσης με διακρίσεις ανάλογα με τη φύση του εγκλήματος, που όμως δεν δικαιολογούνται από τη φύση και λειτουργία του θεσμού της υφ’ όρον απόλυσης.

Αλλά και η αυστηροποίηση των ποινών στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας φαίνεται να στοχεύει στον κατευνασμό της κοινής γνώμης, ακολουθώντας τη λογική της «εξουδετέρωσης των εγκληματιών», μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον του ποινικού νομοθέτη από την ανάγκη για κοινωνική επανένταξη του εγκληματία στην τιμώρηση, ακόμα και κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας.

Μια πρώτη αποτίμηση των προτεινόμενων αλλαγών στους Ποινικούς Κώδικες σε ζητήματα τα οποία (με εξαίρεση την απρόσφορη απόπειρα) έτυχαν αποδοχής από τον νομικό κόσμο είναι ότι συντελείται μια οπισθοδρόμηση, στηρίζοντας ο νομοθέτης την αντεγκληματική πολιτική στην αποτυχημένη πρακτική της αυστηροποίησης των ποινών. Οι επεμβάσεις σε θεσμικά νομοθετήματα πριν την ώριμη και ψύχραιμη επεξεργασία τους από τα δικαστήρια και τη θεωρία, μόλις δύο χρόνια από την ψήφισή τους, αλλοιώνει τη φυσιογνωμία τους, αποδεικνύει έλλειψη σοβαρής αντεγκληματικής πολιτικής και τελικά ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου.

 


Ψευδείς ειδήσεις ή έλεγχος;

*Τίθεται για ακόμη μια φορά το θέμα εάν οι περιορισμοί που αφορούν το περιεχόμενο του λόγου μπορούν να είναι συμβατοί με την ελευθερία της έκφρασης και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις

 

Του Χρήστου Παπαστυλιανού,

καθηγητή Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Μία από τις αλλαγές διατάξεων του Ποινικού Κώδικα οι οποίες περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου που δόθηκε προς διαβούλευση αφορά τη διατύπωση του άρθρου 191 περί διασποράς ψευδών ειδήσεων. Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, η νέα διατύπωση της διάταξης έχει ως εξής: «Οποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. Εάν η πράξη τελέστηκε επανειλημμένα μέσω του Τύπου ή μέσω διαδικτύου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση».

Εξαλείφεται δηλαδή το στοιχείο του αποτελέσματος και των συνεπειών που είχε η εκφορά του λόγου, όπως προβλέπει η διάταξη με τη σημερινή της μορφή, η οποία ορίζει ότι «Οποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις με αποτέλεσμα να προκαλέσει φόβο σε αόριστο αριθμό ανθρώπων ή σε ορισμένο κύκλο ή κατηγορία προσώπων, που αναγκάζονται έτσι να προβούν σε μη προγραμματισμένες πράξεις ή σε ματαίωσή τους».

Με την αλλαγή αυτή τίθεται για ακόμη μια φορά το θέμα εάν οι περιορισμοί που αφορούν το περιεχόμενο του λόγου μπορούν να είναι συμβατοί με την ελευθερία της έκφρασης και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις. Αν μπορεί δηλαδή το κράτος να ορίζει ποιας μορφής περιεχόμενο του λόγου είναι επιτρεπτό. Η παραδοσιακά φιλελεύθερη αντίληψη περί ελευθερίας της έκφρασης όπως αυτή εκφράζεται στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να επεμβαίνει στο περιεχόμενο του λόγου. Ακόμη και στην περίπτωση που ένας ομιλητής κινδυνεύει ο ίδιος από τις αντιδράσεις του ακροατηρίου στον λόγο του, η υποχρέωση που υπέχει το κράτος είναι να προστατεύσει τον ομιλητή από το εχθρικό ακροατήριο, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα αποτροπής όσων αντιδρούν σε αυτά που λέει (υπόθεση Feiner vs New York).

Ωστόσο, ακόμη και στις ΗΠΑ ένα κλασικό παράδειγμα το οποίο αναφέρεται συχνά για να αναδείξει τα όρια αυτής της προσέγγισης είναι η περίπτωση κατά την οποία κάποιος/α θα φωνάξει «φωτιά» μέσα σε ένα γεμάτο θέατρο με αποτέλεσμα να προκληθεί πανικός. Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως άσκηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση μια τέτοια εκφορά λόγου με βάση την απαγόρευση των περιορισμών ως προς το περιεχόμενο του λόγου; Οσοι/ες θέτουν ένα παρόμοιο ερώτημα αγνοούν όμως μια βασική παράμετρο του ζητήματος. Σε αυτό το παράδειγμα το κρίσιμο δεν είναι το περιεχόμενο του λόγου, αλλά οι συνθήκες εκφοράς του και το αποτέλεσμα που μπορεί να προκαλέσει. Η ίδια έκφραση θα έμενε ατιμώρητη εάν κάποιος είχε φωνάξει «φωτιά» σε ένα χώρο όπου δεν υπάρχει συνωστισμός. Οταν λοιπόν η απαγόρευση του λόγου έχει ως σκοπό την προστασία της δημόσιας τάξης, γιατί σε αυτό το κεφάλαιο του Π.Κ. εντάσσεται η διάταξη του άρθρου 191, τότε οι συνθήκες εκφοράς του λόγου και το αποτέλεσμα που προκαλείται (αν δηλαδή πράγματι προκλήθηκε ως αποτέλεσμα η διασάλευση της δημόσιας τάξης) δεν μπορεί να είναι νομικά αδιάφορες. Αντίθετα, θα πρέπει να είναι τα βασικά στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν τον περιορισμό ή μη του λόγου, έτσι ώστε ο περιορισμός αυτός να μη βασίζεται σε αξιολογήσεις ως προς περιεχόμενο του λόγου.

 


Αταβιστικό Ποινικό Δίκαιο

*Η ποινική αυστηρότητα για το «πόπολο» θυμίζει τις δημόσιες εκτελέσεις αλλοτινών εποχών: σοκαριστική βαρβαρότητα αλλά (βέβαια) μηδαμινή αποτελεσματικότητα

Του Ευτύχη Φυτράκη,

δρα Νομικής – δικηγόρου, πρώην γ.γ. Αντεγκληματικής Πολιτικής

Η εξέλιξη του ποινικού δικαίου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διακρίνεται, κατά βάση, από έναν ανθρωπιστικό προσανατολισμό: υπηρετεί το κράτος δικαίου και αναγνωρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η πορεία αυτή, ιδίως από τη δεκαετία του 1980, επέφερε αποποινικοποιήσεις, περιορισμούς στην περιγραφή των εγκλημάτων, προσγείωση των ποινών, παροχή δικονομικών εγγυήσεων και, τέλος, προστασία των κρατουμένων. Βέβαια αυτή η εξέλιξη δεν είναι πάντα γραμμική. Δείγμα της αντίρροπης τάσης, στη χώρα μας, είναι, μετά τον «σωφρονιστικό» νόμο 4760/2020, το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του νέου Ποινικού Κώδικα, το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα.

Ο Ποινικός Κώδικας (Π.Κ.) του 1950 αποτύπωσε την κρατούσα ιδεολογία και πραγματικότητα της εποχής του. Χάρη στην τεχνική του αρτιότητα, δημιούργησε ένα συνεκτικό ποινικό σύστημα. Δέχτηκε, έκτοτε, πολλές τροποποιήσεις οι οποίες, εν πολλοίς, ενσωμάτωναν τις σύγχρονες εξελίξεις στην πολιτεία, την κοινωνία, την οικονομία, τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Ποινικός Κώδικας του 2019, σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, υπήρξε το επιστέγασμα αυτής της τάσης και ακολούθησε, με ατέλειες είναι αλήθεια, τις πλέον σύγχρονες θέσεις για την ποινική καταστολή. Πρόκειται για νομοθέτημα σύγχρονο και ισορροπημένο, με σωστή στάθμιση των δύο αντίθετων λειτουργιών του ποινικού δικαίου: την αντεγκληματική (πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος) και τη φιλελεύθερη (προστασία των ελευθεριών του ατόμου). Το μίγμα αυτό δεν προέκυψε εργαστηριακά· είναι αποτέλεσμα της δουλειάς των ποινικολόγων, της νομολογίας των δικαστηρίων, της δράσης των κινημάτων και της κυβερνητικής τόλμης που υιοθέτησε την πρόταση της επιτροπής των νομικών.

Ακολούθησε μια πρωτοφανής προπαγάνδα για τον Κώδικα αυτό, η οποία δαιμονοποίησε τις φιλελεύθερες επιλογές του, στοχοποίησε τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, καλλιέργησε τον φόβο και, τελικά, ενεργοποίησε τα πιο τιμωρητικά αντανακλαστικά των πολιτών. Η ίδια επικοινωνιακή μηχανή τώρα πουλάει τιμωρητισμό πολυτελείας, με τις πολύχρωμες κάρτες του κ. πρωθυπουργού. Ετσι, η ποινική αυστηρότητα για το «πόπολο» θυμίζει τις δημόσιες εκτελέσεις αλλοτινών εποχών: σοκαριστική βαρβαρότητα αλλά (βέβαια) μηδαμινή αποτελεσματικότητα. Μετατρέπεται, τοιουτοτρόπως, το ποινικό δίκαιο σε αρένα για την παραγωγή θεάματος με απώτερο σκοπό την ψηφοθηρική εκμετάλλευση. Εδώ ο ποινικός λαϊκισμός συναντά έναν πρωτόγονο αυταρχισμό.

Απαύγασμα της παραπάνω διαδικασίας είναι το νομοσχέδιο με τις εκτενείς τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα. Το σχέδιο αυτό ακυρώνει την πρόοδο που σημειώθηκε με τον Π.Κ. του 2019, επιχειρώντας μια ολική επαναφορά σε καταστάσεις του παρελθόντος. Ορισμένες διατάξεις με διορθωτικό χαρακτήρα πνίγονται -δυστυχώς- σε μια πλημμυρίδα τιμωρητικότητας που διαπνέει το νομοσχέδιο. Μάλιστα η αυστηρότητα των ποινών δεν υπακούει σε κάποια ορθολογική αντεγκληματική στόχευση, δηλ. στη γενική ή την ειδική πρόληψη, αλλά στοχεύει στην ωμή εκδίκηση και στον επικοινωνιακό της «πάταγο». Ετσι όμως η ποινή επιστρέφει στην προνεωτερική της μορφή, χάνοντας τον «δίκαιο» και ανάλογο χαρακτήρα της.

Το σχέδιο νόμου επαναφέρει παλαιές διατάξεις, ξαναδίνοντας στον Π.Κ. στοιχεία που αυτός είχε απολέσει προκειμένου να εκσυγχρονιστεί. Κατά τούτο έχουμε να κάνουμε με έναν (νομικό) αταβισμό, φαινόμενο που απαντάται βέβαια στη βιολογία και σημαίνει την εμφάνιση σε απογόνους χαρακτηριστικών κάποιου προγόνου που είχαν εξαφανιστεί.

Συνοψίζοντας: Το κυβερνητικό νομοσχέδιο συνιστά μια αυταρχική τροπή με λαϊκιστικό πρόσημο. Τα επικοινωνιακά τεχνάσματα τώρα μεταφυτεύονται στην καρδιά της ποινικής νομοθεσίας και ωθούν προς ένα ολοκληρωτικό ποινικό σύστημα. Η αντιμεταρρύθμιση που επιχειρείται μας ξαναγυρνάει σε μια εποχή που το ποινικό δίκαιο είχε ξεπεράσει. O Π.Κ. του 2019 βλέπει προς το μέλλον. Ο Π.Κ. που θέλει να παραδώσει η κυβέρνηση της Ν.Δ. έρχεται από το παρελθόν και βλέπει αποκλειστικά προς αυτό. Το διακύβευμα για την ελευθερία των πολιτών και την ποιότητα της δημοκρατίας μας είναι μεγάλο.

Ψύχραιμα σχόλια ποινικολόγων σε δημόσιες τοποθετήσεις

Μετά την ψήφιση από τη Βουλή του νέου Ποινικού Κώδικα (και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) τον Ιούνιο του 2019 και μόλις εξελέγη πρωθυπουργός ο Κ. Μητσοτάκης προχώρησε άμεσα στις πρώτες αλλαγές. Προσθέτοντας και αφαιρώντας μέλη στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή είχε το πρώτο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ομως αυτό δεν του έφτασε και με τη βοήθεια της προπαγάνδας τρόμου των ΜΜΕ σύστησε νέα επιτροπή και φτάσαμε στο σημερινό αποτέλεσμα που ξεσηκώνει τους πάντες. Τόσο η παλιά όσο και η νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή μέχρι τώρα παραμένουν «άφωνες». Μόνο οι προσωπικοί σχολιασμοί μελών της πρώτης καταδεικνύουν το ισορροπημένο αποτέλεσμα του 2019.

 

– Ο πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Χριστόφορος Αργυρόπουλος, ποινικολόγος και πρώην πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, έλεγε μεταξύ άλλων στο protagon.gr στις 19.3.2019:

«Στη διάρκεια ισχύος του Κώδικα, τα 68 αυτά χρόνια που μεσολάβησαν από το ’51 ώς σήμερα, η εκάστοτε πολιτική εξουσία, παίρνοντας αφορμή από παγκόσμια γεγονότα (θυμάστε τον νόμο περί τεντιμποϊσμού;), οδηγήθηκε σε περαιτέρω σκλήρυνση του Ποινικού Δικαίου. Ενα το κρατούμενο: διάχυτος τιμωρητισμός. Εξαιτίας του, οι φυλακές έχουν φρακάρει. Η Ελλάδα έχει στιγματιστεί καθοριστικά για τον υπερπληθυσμό των φυλακών της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το Συμβούλιο της Ευρώπης την έχει θέσει υπό επιτήρηση. Το καθεστώς που δημιουργείται, με τα χρόνια, είναι κατά κοινή ομολογία ανώμαλο. Τα δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που δεν εκτίονται, τις περίφημες ονομαστικές ποινές. Ουκ ολίγες φορές, οι δικαστές, προκειμένου να μην παραγραφούν αδικήματα, τις φουσκώνουν. Κάπως έτσι άγγιξε η χώρα την έννοια της ανασφάλειας δικαίου. Κάπως έτσι, κλονίστηκε η αντίληψη των πολιτών για τη Δικαιοσύνη. Ηταν επιβεβλημένη μια σύγχρονη αντίληψη για το έγκλημα και την τιμωρία, ο εξορθολογισμός των ποινών, ένα επιεικέστερο σύστημα ώστε να πάψουν οι υπερβολές […] Είναι πολλοί αυτοί που καυτηριάζουν τη μετατροπή του αδικήματος από κακούργημα σε πλημμέλημα. Δεν δικαιούται κανείς να μιλά για “πλημμεληματάκι”. Είναι άλλο, ασφαλώς, δυο παιδιά-μεμονωμένοι δράστες που δρουν αναλόγως σε μια φάση της ζωής τους, τρόπον τινά επαναστατική, και άλλο η εγκληματική οργάνωση. Υπάρχει διαφορά. Οποιος όμως κατέχει εκρηκτικές ύλες πηγαίνει φυλακή. Εως πέντε έτη. Μπορεί να είναι πλημμέλημα, επιφέρει ωστόσο στέρηση της ελευθερίας. Υπάρχει κανείς που θεωρεί “λίγο” τη στέρηση της ελευθερίας;».

– Το μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Ηλίας Αναγνωστόπουλος, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, έγραφε στην «Καθημερινή» στις 14.7.2019:

«Η δημόσια συζήτηση για τον νέο Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) ανέδειξε [τρία] φαινόμενα που αξίζουν την προσοχή μας. Πρώτο είναι ο αντιπολιτευτισμός. Με τον όρο αυτόν εννοώ την αντίθεση στις μεταρρυθμίσεις που δεν συνοδεύεται από εποικοδομητικές προτάσεις, αλλά έχει ως περιεχόμενο την εμμονή στα κατεστημένα. Σε όλες τις φιλελεύθερες – δημοκρατικές κοινωνίες οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες είναι αναγκαίες· και η έλλογη ανταλλαγή απόψεων γι’ αυτές συμβάλλει στην αποτροπή λαθών και στη λήψη ορθών αποφάσεων.

Αντιθέτως, η θορυβώδης απόκρουση των μεταρρυθμίσεων και η υπεράσπιση του status quo, έστω και αν αυτό εμφανίζει βαριά παθολογία, είναι ανώφελη και μπορεί να αποβεί επικίνδυνη. Οσοι διακατέχονται από αντιπολιτευτισμό δεν ενδιαφέρονται για την αλλαγή των κακώς κειμένων. Αντιλέγουν χάριν του αντιλόγου, προτιμώντας να μη διαταραχθεί η καθημερινή τους ρουτίνα από τις επικείμενες αλλαγές.

Ο νέος Π.Κ. είναι γενικό και απρόσωπο νομοθέτημα, που πρέπει να ισχύει για όλους χωρίς διακρίσεις. Οποιος επιχειρεί να τον συνδέσει με συγκεκριμένα πρόσωπα και υποθέσεις, για να επηρεάσει με τον επιθυμητό στον ίδιο τρόπο τη μεταχείρισή τους, αγνοεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της προηγμένης δημοκρατίας, την ισονομία.

Τα φαινόμενα που περιγράφηκαν [στο άρθρο] θάλπουν τον νεο-τιμωρητισμό. Πρόκειται για ένα ρεύμα που υπόσχεται ασφάλεια και ευτυχία στους πολίτες μέσω της σκληρής ποινικής καταστολής. Η ιστορική εμπειρία και η επιστήμη έχουν αποδείξει, όμως, ότι οι δίκαιες και όχι οι σκληρές ποινές συμβάλλουν στην πρόληψη των εγκλημάτων και στην κοινωνική ειρήνη. Οι τελευταίες θάλπουν την αδικία, εξαγριώνουν τα ήθη και οδηγούν στον εκβαρβαρισμό της κοινωνικής ζωής.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας υπηρετεί ευγενείς στόχους. Ας τους σεβαστούμε!»

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.