Skip to main content Scroll Top
Rammos
«Όποιος παραμένει ανέλεγκτος τείνει αναπόφευκτα προς την αυθαιρεσία»


Σημαντική παρέμβαση του προέδρου της ΑΔΑΕ Χρήστου Ράμμου μετά το εισαγγελικό «Πόρισμα» για τις υποκλοπές

[5.8.2024]

της Άντας Ψαρρά

Με ένα άρτιο και εξαιρετικά κατατοπιστικό νομικό (και όχι μόνο) κείμενο ο Χρήστος Ράμμος, πρόεδρος της συνταγματικά κατοχυρωμένης ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών), τιμώντας τη θέση του, εξηγεί με βάση το Σύνταγμα, τους Νόμους και την Ευρωπαϊκή νομοθεσία το πώς η συγκεκριμένη Αρχή οφείλει να είναι ελεύθερη στην αποστολή της και να ελέγχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και τη δικαστική αρχή. Το αναλυτικό κείμενο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα syntagmawatch.gr κι εδώ αντιγράφουμε λίγες μόνο από τις καίριες παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του προέδρου της ΑΔΑΕ για τις αθρόες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των πολιτών που ανέλεγκτα οι τηλεφωνικές τους συνομιλίες τέθηκαν υπό παρακολούθηση με το πρόσχημα της επικινδυνότητας για την εθνική ασφάλεια.

Όπως εισαγωγικά αναφέρει ο κ. Ράμμος

«Είναι μάλλον κρατούσα, σε όσους λίγους -μέχρι στιγμής- έχουν ασχοληθεί με τη νομική διάσταση του θέματος, η άποψη ότι οι διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, τις οποίες εκδίδουν οι εισαγγελικοί λειτουργοί οι αποσπασμένοι στην ΕΥΠ ή την ΔΑΕΕΒ (ευρύτερα γνωστή ως Αντιτρομοκρατική) είναι εξ ορισμού και άνευ ετέρου νόμιμες. Με βάση την άποψη αυτή σταματά κάθε περαιτέρω συζήτηση και θεωρείται αδιανόητο να τεθεί θέμα ευθύνης είτε αστικής, είτε ποινικής, είτε άλλης για τους εν λόγω εισαγγελικούς λειτουργούς σε σχέση με διάταξη που εξέδωσαν. Έτσι παρανομία θεωρείται ότι υπάρχει στις άρσεις του απορρήτου των επικοινωνιών μόνο σε περίπτωση που καταλύθηκε το απόρρητο των επικοινωνιών από εγκληματική ενέργειας, όπως είναι πχ η χρήση πειρατικού λογισμικού (spyware). Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Το κρίσιμο και ιδιαίτερα ευαίσθητο αυτό θέμα δεν έχει απασχολήσει μέχρι τώρα, εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, ούτε τη νομική θεωρία, ούτε τη νομολογία. Εξ άλλου προβληματισμός γύρω από το θέμα άρχισε να αποκτά επικαιρότητα στην χώρα μας μόνο μετά την υπόθεση των υποκλοπών. Το παρόν αποσκοπεί στο να ρίξει φως στο ώριμο αυτό ύστερα από τις εξελίξεις στην υπόθεση των υποκλοπών θέμα, προτείνοντας μια συνεκτική και ολοκληρωμένη νομική οπτική , η οποία έχει ως βάση αλλά και πλαίσιο μια συνολική συνταγματική και δικαιοκρατική ανάγνωση των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν το ζήτημα. Η ανάπτυξη που ακολουθεί περιορίζεται μόνο στις άρσεις του απορρήτου που γίνονται για λόγους εθνικής ασφάλειας, που αποτελούν την μερίδα του λέοντος στις εν γένει άρσεις του απορρήτου και οι οποίες θέτουν τα περισσότερα ερμηνευτικά ζητήματα σε σχέση με το καθεστώς που τις διέπουν».

Στη συνέχεια παραθέτει όλα τα νομικά κείμενα (Σύνταγμα, Νόμους, ΕΣΔΑ κλπ.) που ισχύουν σε ότι αφορά την απόλυτη προστασία των επικοινωνιών και το ρόλο που καλείται να παίξει η ΑΔΑΕ.

«Η πρώτη επισήμανση που επιβάλλεται να γίνει σε σχέση με το άρθρο 19 του Συντάγματος είναι ότι, είναι η μόνη διάταξη του συνταγματικού καταλόγου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο συνταγματικός νομοθέτης στην οποία ορίζεται ότι, το προστατευόμενο από αυτήν δικαίωμα είναι απολύτως απαραβίαστο (άρθρο 19 παρ.1). Η έμφαση αυτή στο ίδιο το συνταγματικό κείμενο δεν είναι ούτε τυχαία ούτε άνευ νομικής σημασίας, ούτε, τέλος, χωρίς προστιθέμενη αξία. Σε επίπεδο τυπικού νόμου ισχύουν τα ακόλουθα. Πρέπει πριν απ’ όλα να επισημανθεί ότι οι παρατεθείσες πιο πάνω διατάξεις […] αναθέτουν στην ΑΔΑΕ ευρεία ελεγκτική αρμοδιότητα σε ό,τι αφορά τις άρσεις απορρήτου των επικοινωνιών.

Στο πλαίσιο, λοιπόν της συνταγματικής της αρμοδιότητας η ΑΔΑΕ είναι ,μεταξύ άλλων, αρμόδια να ελέγχει την τήρηση των όρων και της διαδικασίας άρσεως του απορρήτου, είτε αυτή επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για την διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με μόνο περιορισμό το να μην υπεισέρχεται σε έλεγχο της (επί της ουσίας) κρίσης των αρμόδιων δικαστικών αρχών. 

Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.2 του Συντάγματος, η οποία αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 26 (διάκριση των εξουσιών), ο συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε ως εγγυητή της διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, την ΑΔΑΕ, και μάλιστα (κάτι που δεν έχει προσεχθεί επαρκώς) και ως προς τα δύο εδάφια της παρ.1 του αυτού άρθρου, ήτοι όχι μόνο ως προς την πρωταρχική και γενική προστασία του δικαιώματος (εδάφιο πρώτο), αλλά και κατά το μέρος που η πιο πάνω παράγραφος αφορά την διαδικασία της άρση του απορρήτου από την δικαστική αρχή (εδάφιο δεύτερο). Εν ολίγοις η ΑΔΑΕ έχει επιλεγεί από τον συντακτικό νομοθέτη, με βάση αυτή την ειδικότερη συνταγματική διάταξη, που είναι η μόνη εφαρμοστέα στα θέματα που αφορούν τον έλεγχο της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, ακριβώς επειδή είναι ειδική, ως θεσμική εγγύηση, με την οποία περιβάλλει το απόρρητο των επικοινωνιών σε όλες του τις εκφάνσεις, και συνεπώς, και ως αντίβαρο εξουσίας απέναντι και στην δικαστική αρχή, στην οποία έχει ο ίδιος νομοθέτης (ο συνταγματικός) αναθέσει το έργο της εκδόσεως των διατάξεων άρσης του απορρήτου, για τις οποίες όμως δεν είναι δυνατό βασίμως να υποστηριχθεί ότι τις θέλησε ως πλήρως ανέλεγκτες. Και τούτο όχι μόνο λόγω της προαναφερθείσης ρητής και σαφούς επιταγής η ΑΔΑΕ να διασφαλίζει σε όλες τις περιπτώσεις το απόρρητο των επικοινωνιών, αλλά και διότι είναι γενική αρχή του κράτους δικαίου, ότι καμία Αρχή δεν μπορεί να δρα χωρίς κανένα έλεγχο και λογοδοσία».

Ο Χ. Ράμμος υπενθυμίζει ότι το 80% της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών αφορούν τις περιπτώσεις «εθνικής ασφάλειας» και διερωτάται:

«Υπάρχουν διαδικασίες και οι όροι άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας; Και αν ναι ποιες και ποιοι είναι αυτοί. Η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3115/2003 προδήλως δεν είναι κενή περιεχομένου ούτε θεσπίστηκε εις μάτην, εκφράζει δε την σαφή βούληση του νομοθέτη. Εφόσον, συνεπώς, υπάρχουν όροι και διαδικασία, διότι άλλως η συγκεκριμένη διάταξη θα ήταν κενή περιεχομένου, όπερ άτοπον, πρέπει πρώτα να προσδιοριστούν οι όροι αυτοί και η διαδικασία και ακολούθως να καθίσταται δυνατόν να ελέγχεται η τήρηση τους από την ΑΔΑΕ και στην πράξη, όπως επιτάσσεται από την τελευταία αυτή διάταξη. Διαδικασία, είναι η καταστρωμένη από τον ίδιο το νόμο (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 5002/22) διαδικασία. Ειδικότερα στις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, αίτημα για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας μπορεί να υποβάλλει μόνο η Ε.Υ.Π. ή η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) η δε διάταξη εκδίδεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς που είναι αποσπασμένοι στις υπηρεσίες αυτές. Με το άρθρο 4 παρ.2 προβλέφθηκε μάλιστα περαιτέρω ειδική διαδικασία σε περιπτώσεις που η άρση του απορρήτου αφορά πολιτικά πρόσωπα για μείζονες εγγυήσεις».

Τα ερωτήματα που προκύπτουν κατά τη γνώμη του είναι:

α) αν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην κάθε εισαγγελική διάταξη περί άρσης απορρήτου είναι δυνατό να μην είναι καθόλου ανιχνεύσιμη η σκέψη του αρμόδιου εισαγγελέα της ΕΥΠ;

β) ποιο είναι το περιεχόμενο που θα μπορούσε να δώσει κανείς στην αόριστη νομική έννοια εθνικής ασφάλεια σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό ευρωπαϊκό κράτος;

«Είναι μόνο, ή είναι κυρίως η έννοια γενικής ασφάλειας του κράτους, όπως ο κρατικός μηχανισμός ή και μια μη επαρκώς ενημερωμένη και προβληματισμένη κοινωνία των πολιτών την εννοούν αρκετές φορές; Δηλαδή ουσιαστικά ένας σκοπός δημόσιας αστυνόμευσης, η εξυπηρέτηση της οποίας οδηγεί πάντα και αναγκαστικά στην συρρίκνωση των ελευθεριών και δικαιωμάτων των πολιτών; Άλλως ως ένα αγαθό που βρίσκεται σε ασυμφιλίωτη σύγκρουση με την ελευθερία, όπως τείνουμε να συνηθίσουμε να πιστεύουμε, αποδεχόμενοι αυτή την μονομερή οπτική που κερδίζει συνεχώς έδαφος στις μέρες μας ακόμη και στις φιλελεύθερες δημοκρατίες μας; Ή μήπως η κύρια αποστολή της εθνικής ασφάλειας είναι κάτι το ελαφρώς διαφορετικό; Αυτό είναι το δίλημμα».

Στη συνέχεια ο ίδιος δίνει την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα και στα διλήμματα

«Για τον υπογράφοντα είναι σαφές ποια πρέπει να είναι η απάντηση. Πρώτα θα δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, διότι είναι κρίσιμο για την ποιότητα του κράτους δικαίου: Δεν πρέπει, με άλλα λόγια, ποτέ να λησμονείται ότι, ο τελικός σκοπός ύπαρξης μιας δημοκρατικής πολιτείας είναι η κατάκτηση του μέγιστου βαθμού ίσης ελευθερίας και η διασφάλιση της απρόσκοπτης απόλαυσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων για όλα τα πρόσωπα. Η ασφάλεια αντίθετα δεν μπορεί παρά να είναι το μέσο (όσο και απαραίτητο αν είναι κάποιες φορές) για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Η εθνική ασφάλεια δεν είναι δηλαδή η ίδια τελικός σκοπός. Αυτό μπορεί να ισχύει μόνο σε δικτατορικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Όλες οι σταθμίσεις πρέπει, συνεπώς, να εκκινούν από αυτή την αφετηρία. Το κρίσιμο δε περαιτέρω θέμα είναι αν οι σχετικές σταθμίσεις που το ίδιο το Σύνταγμα επιτάσσει να γίνονται, παραμένουν εντελώς ανέλεγκτες ή όχι και αν ο εισαγγελικός λειτουργός με απόφαση του οποίου αίρεται το απόρρητο των επικοινωνιών έχει όχι μόνο τον πρώτο, αλλά και τον τελευταίο λόγο. Κάτι που μπορεί να αποβεί επικίνδυνο ενόψει της πλήρους και εγγενούς αοριστίας της έννοιας “εθνική ασφάλεια”.

Η απάντηση στο πρώτο από τα πιο πάνω ερωτήματα, που, επίσης, συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του κράτους δικαίου, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του υπογράφοντος, να είναι άλλη παρά ότι, ναι μεν οι εισαγγελικές διατάξεις, με τις οποίες αίρεται το απόρρητο των επικοινωνιών ενός προσώπου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν επιβάλλεται να περιέχουν ως τύπο την αιτιολογία λήψεως του μέτρου στο σώμα τους, ως ουσιώδη δηλαδή τύπο της διαδικασίας, πλην ο εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος τις εκδίδει δεν επιτρέπεται να ενεργεί ανελέγκτως και αυθαιρέτως. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση η παραδοχή ότι, όποιος παραμένει ανέλεγκτος τείνει αναπόφευκτα προς την αυθαιρεσία. Σε μια συνταγματική τάξη σαν την δική μας κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Και σαν συνταγματική μας τάξη πρέπει να νοηθεί η συνταγματική τάξη χώρας συμπληρούμενη από το ενωσιακό δίκαιο (και ειδικότερα από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων- ΧΘΔ) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Σε μια τέτοια, λοιπόν, συνταγματική τάξη, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί, επί τη βάσει στοιχείων και κριτηρίων, που επιβάλλει το Σύνταγμα και οι συνάδοντες με αυτό νόμοι, ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκε το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτό γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας. Για να μπορεί δε να διαπιστωθεί αν ο εισαγγελικός λειτουργός όντως δεν ενήργησε αυθαιρέτως, ή κατά παράβαση του γενικού συνταγματικού κανόνα της αρχής της αναλογικότητας, είναι απαραίτητο και στην περίπτωση αυτή το δοκιμασμένο δικαιοπολιτικό εργαλείο της αιτιολογίας. Κανένα όργανο της όποιας από τις τρεις εξουσίες ενός συγχρόνου κράτους δικαίου δεν νοείται να ενεργεί αναιτιολόγητα. Η αιτιολογία είναι το εργαλείο μέσω του οποίου ελέγχεται η ορθή τήρηση του συνταγματικού κανόνα της αρχής της αναλογικότητας και επιτυγχάνεται η απαραίτητη σε κάθε δημοκρατία λογοδοσία. Τα κρατικά δε όργανα, τόσο τα διοικητικά όσο και τα δικαστικά υποχρεούνται να αιτιολογούν τις κάθε διοικητική πράξη, πολλώ μάλλον όταν επιβάλλονται περιορισμοί στα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Τέλος, η υποχρέωση αυτή απορρέει αφενός από την γενική έννοια του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας και αφετέρου από την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει στα κρατικά όργανα την υποχρέωση να εξασφαλίζουν υπέρ των διοικουμένων, την πιστή εφαρμογή των νόμων, την προάσπιση των νομίμως κτηθέντων από αυτούς αγαθών, καθώς και τον σεβασμό και την προαγωγή με κάθε πρόσφορο μέσο την εμπιστοσύνης των διοικουμένων στο νόμο (πρβλ. ΣτΕ 3500/2009)».

Παραθέτει στη συνεχεία τον ελεγκτική αποστολή της ΑΔΑΕ:

«Τα στοιχεία αυτά τα οποία θα πρέπει μπορεί να ελέγξει η ΑΔΑΕ, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο πιο πάνω έλεγχος και προκειμένου ο έλεγχος που κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περιπτ ε και στ του ν.3115/2003 της έχει ανατεθεί να διενεργεί να μην είναι μια απλή φενάκη, ένα κενό γράμμα, είναι τα ακόλουθα:

α) ότι στην αίτηση την οποία υπέβαλε κατά το άρθρο 4 §2 του ν. 5002/22 η οικεία διεύθυνση της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β. στον αρμόδιο για την έκδοση της εισαγγελικής διατάξεως άρσεως του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας εισαγγελικό λειτουργό περιείχετο όντως κάποιος τηλεφωνικός αριθμός ή άλλο στοιχείο επικοινωνίας και ότι συνεπώς ο δικαστικός λειτουργός δεν επέλεξε αυθαιρέτως ένα τηλεφωνικό αριθμό ή ένα στοιχείο επικοινωνίας κάποιου προσώπου της επιλογής του.

β) ότι ο αριθμός της τηλεφωνικής σύνδεσης ή το στοιχείο επικοινωνίας, η άρση του απορρήτου των οποίων διατάχθηκε τελικώς συμπίπτουν με τα αντίστοιχα στοιχεία τα οποία περιέχονταν στην αίτηση, την οποία υπέβαλε η αρμόδια διεύθυνση της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β. στον κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστικό λειτουργό.

γ) ότι στην αίτηση την οποία υπέβαλε η αρμόδια διεύθυνση της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β. στον κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστικό λειτουργό περιείχοντο κάποιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι επέβαλαν το λίαν επαχθές μέτρο της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας. Αίτηση παντελώς αναιτιολόγητη ως προς το θέμα αυτό, στην οποία θα ζητείτο απλώς χωρίς καμία άλλη εξήγηση η άρση του απορρήτου επικοινωνιών κάποιου προσώπου, δεν τηρεί, προδήλως, τους όρους και τις διαδικασίες άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Για να γίνει δε πιο εναργής ο παρατιθέμενος εδώ συνολικός προβληματισμός είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά σε ένα άλλο παράδειγμα, υπό την μορφή ενός θεωρητικού και υποθετικού ερωτήματος. Θα πληρούσε, άραγε, τους όρους τους απαιτούμενους από το Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό νόμους, η έκδοση μιας διάταξης άρσης απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας εις βάρος ενός δημοσιογράφου, με την αιτιολογία (φανερή και πανηγυρικά διατυπούμενη ή εμμέσως συναγόμενη από τα στοιχεία του φακέλου που τέθηκαν υπόψη του εισαγγελικού λειτουργού που εξέδωσε την επίμαχη διάταξη άρσης) ότι κάνει ερευνητική και «ενοχλητική» δημοσιογραφία που αποκαλύπτει παράνομες δραστηριότητες των ισχυρών της ημέρας; Δεν θα αντέκειτο κάτι τέτοιο στην ελευθερία της έκφρασης και στην ελευθερία του τύπου που κατοχυρώνει το Σύνταγμα; Αυτός ο έλεγχος της «αιτιολογίας» μπορεί να γίνεται, αν εφαρμόζεται στο ακέραιο η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3115/2003. Για μια ακόμη φορά διαπιστώνεται ότι, δεν πάσχουμε στην χώρα μας από έλλειψη νόμων, ούτε χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάθε τόσο την πυρίτιδα. Εκεί που διαρκώς προσκρούουμε είναι στην εφαρμογή των νόμων, ορθότερα, στην μη εφαρμογή ή στην παράκαμψη τους, άλλως την απίσχανση ή το «άδειασμα» τους […]

 Αυτονόητη κατάληξη των προηγηθέντων είναι ότι στα στοιχεία, τα οποία οδήγησαν στην άρση του απορρήτου των επικοινωνιών ενός πολίτου, θα πρέπει, να παρέχεται πλήρης πρόσβαση στα ελεγκτικά κλιμάκια της ΑΔΑΕ. Μόνο έτσι θα μπορεί να γίνεται με αποτελεσματικό τρόπο και όχι ως φενάκη ο έλεγχος τον οποίο επιτάσσει το Σύνταγμα και ο νόμος (δηλ το άρθρο 6 παρ. 1 περ α’ και στ του ν. 3115/2003) των όρων και της διαδικασίας των διατάξεων των άρσεων του απορρήτου των επικοινωνιών. Η δε τυχόν ανάγνωση στο πλαίσιο του επίμαχου ελέγχου των σχετικών εγγράφων από τα ελεγκτικά όργανα της ΑΔΑΕ δεν ισοδυναμεί και με έλεγχο σε δεύτερο βαθμό εκ μέρους της ΑΔΑΕ της σκοπιμότητας μιας διάταξης άρσης απορρήτου των επικοινωνιών. Ή εμπιστεύονται τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας την Αρχή στην οποία έχει αναθέσει ο συνταγματικός νομοθέτης την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών ή δεν την εμπιστεύονται Αν όμως συμβαίνει το τελευταίο θα πρέπει τα όργανα αυτά να έχουν ταυτόχρονα συνείδηση του γεγονότος ότι, με τον τρόπο αυτό δεν σέβονται και τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου».

Το συμπέρασμα του προέδρου της ΑΔΑΕ

«Από την προηγηθείσα ανάπτυξη προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εισαγγελικές διατάξεις περί άρσεως του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας είναι άμα τη εκδόσει τους άμεσα εκτελεστές. Δεν μπορεί δηλαδή ο πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, στον οποίο ανήκει το μέσο για το οποίο έχει διαταχθεί η άρση, να αρνηθεί να εκτελέσει την σχετική διάταξη. Εκεί εξαντλούνται μεν οι έννομες συνέπειες των διατάξεων αυτών από την άποψη της εκτελεστότητας τους, αλλά το γεγονός της συντελεσθείσας άρσης του απορρήτου εις βάρος του θιγέντος πολίτη παραμένει και για το μέλλον ως συνέπεια μιας διάταξης. Κατά συνέπεια μια εισαγγελική διάταξη που έχει εκδοθεί χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμοι όροι ή να έχει ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση της (όπως αυτοί/αυτή παρατέθηκαν ανωτέρω) νομοτύπως μεν εκδόθηκε, και καλώς εφαρμόσθηκε, δεν έχει όμως το γενικό τεκμήριο της νομιμότητας. Συγκεκριμένα ο εκδώσας αυτήν εισαγγελικός λειτουργός δεν απαλλάσσεται όμως από το να του ζητηθούν στο μέλλον με βάση καταγγελία ή ένδικο μέσο οποιουδήποτε μπορεί να θεμελιώσει σχετικό έννομο συμφέρον ευθύνες είτε πειθαρχικές, είτε αστικές, είτε ακόμη και ποινικές σε περίπτωση που διαπιστωθεί από την ΑΔΑΕ (ενεργούσα είτε κατόπιν καταγγελίας ή ερωτήματος θιγέντος πολίτη, είτε αυτεπαγγέλτως)ότι δεν τηρήθηκαν η διαδικασία ή κάποιος όρος που απαιτούνται για την έκδοση της επίμαχης διάταξης. Σε μια τέτοια δε περίπτωση δεν θα μπορούσε ο εκδώσας την διάταξη λειτουργός να προβάλλει ένσταση ότι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να του ζητηθούν ευθύνες, διότι η διάταξη είναι καθόλα νόμιμη και δεν μπορεί να θεμελιωθεί η όποια ευθύνη για νόμιμη πράξη».

 Οι πειθαρχικές ευθύνες θα μπορούσαν να αναζητηθούν με βάση πειθαρχική διαδικασία που θα ήγειρε σε μια τέτοια περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αστική ευθύνη θα ανέκυπτε σε μια τέτοια περίπτωση κατόπιν αγωγής θιγέντος από το μέτρο της άρσης του απορρήτου. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστής της αποζημιώσεως θα έκρινε αν τηρήθηκαν οι όροι και η διαδικασία για την λήψη του μέτρου. Θα μπορούσε δε ο εν λόγω δικαστής να εκδώσει και προδικαστική απόφαση, για να ζητήσει από την ΑΔΑΕ να ελέγξει αν τηρήθηκαν οι όροι και η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος θα μπορούσε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ποινική δίωξη εισαγγελικού λειτουργού εκδώσαντος διάταξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ (παράβαση καθήκοντος).

Οι πιο πάνω συνέπειες αφορούν μόνο την προσωπική ευθύνη δικαστικού λειτουργού εκδώσαντος διάταξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι ή να έχει τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση της, δεν αποκλείουν δε και την επιπλέον επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων εις βάρος της ΕΥΠ ή της ΔΑΕΕΒ (επί τη βάσει του άρθρου 11 του ν. 3115/2003) σε περίπτωση που θα δυστροπούσαν ή θα εμπόδιζαν την ελέγχουσα συγκεκριμένη άρση απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας ΑΔΑΕ από το να ελέγξει, όπως έχει κατά τα ανωτέρω αρμοδιότητα να πράξει, αν συνέτρεξαν στην περίπτωση αυτή οι νόμιμοι όροι και αν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση της επίμαχης διάταξης».


Σχόλιο του «Χωρίς Εφημερίδα»:

Άραγε όλα αυτά δεν τα γνωρίζει ο κ. Ζήσης και πολύ περισσότερο η κα Αδειλίνη που έσπευσαν να κλείσουν το τεράστιο για τη δημοκρατία σκάνδαλο των υποκλοπών Μητσοτάκη. Δεν τα γνωρίζει πολύ περισσότερο η νυν πρόεδρος της δημοκρατίας και πρώην πρόεδρος του ΣτΕ Κατερίνα Σακελλαροπούλου που ασχέτως αν δεν διαθέτει την αρμοδιότητα παρέμβασης στην εκτελεστική εξουσία θα μπορούσε έστω να διατυπώσει δημόσια τη σκέψη της και τον όποιο προβληματισμό της για την κατάφωρη αυτή παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών αλλά και τη σπουδή του κατάπτυστου αυτού κουκουλώματος των ευθυνών με ότι κι αν σημαίνει αυτό για την έννομη τάξη και κυρίως για τη δικαιοσύνη. Οι πανηγυρισμοί των Γεωργιάδη, Δημητριάδη, Μαρινάκη έγιναν δυστυχώς υπό την αιγίδα της δικαιοσύνης. Η σιωπή των παρακολουθούμενων ως εθνικά υπόπτων και ειδικά ανώτατων δικαστικών όπως ο Χρήστος Μπαρδάκης προσφέρει άλλη μια κακή υπηρεσία στο αίσθημα δικαίου των πολιτών. Σε ότι δε αφορά την ΑΔΑΕ η κυβέρνηση εξασφάλισε, με την αυθαίρετη αλλαγή μελών της διοίκησης της, την αποφυγή των δυσάρεστων γι’ αυτήν εκπλήξεων. Όμως για κακή της τύχη ο πρόεδρος Χρήστος Ράμμος δεν «φιμώθηκε»!

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.