Η παρουσίαση του πρώτου τόμου των Απάντων του Περικλή Κοροβέση στην ΕΣΗΕΑ
του Δημήτρη Ψαρρά
[15.11.2024]
[Στις 13.12.2024 παρουσιάστηκε στην ΕΣΗΕΑ η έκδοση του πρώτου τόμου των Απάντων του Περικλή Κοροβέση. Μίλησαν ο Σάββας Μάτσας, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Νίκος Παπαχριστόπουλος και εγώ. Ακολουθεί η δική μου εισήγηση. Οι φωτογραφίες από την παρουσίαση είναι του Γιώργου Τσιάρα].
Όλοι οι άνθρωποι είναι «ξεχωριστοί», αλλά ο Περικλής Κοροβέσης έδωσε άλλη σημασία στον όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον συγγραφέα Ζιλ Περό ως τίτλος για τη βιογραφία του Ανρί Κουριέλ. «Ξεχωριστός» σε όλα του. Στον τρόπο που προσέγγιζε την πολιτική, τη λογοτεχνία, τον έρωτα, τον χορό, τη διασκέδαση, εντέλει τη σχέση του με τους ανθρώπους.
Διαβάζοντας αυτόν τον πρώτο τόμο των «Απάντων» του που περιλαμβάνει τα πεζά και τα θεατρικά του έργα διαπιστώνουμε και πάλι αυτόν τον ξεχωριστό τρόπο δημιουργίας που συνόδευε τον Περικλή από την πρώτη στιγμή. Έναν μοναδικό τρόπο να προσεγγίζει τη ζωή – από την άμεση καθημερινότητα μέχρι την οραματική ουτοπία.
Συνήθως, όταν έχουμε μπροστά μας το συνολικό έργο ενός δημιουργού, τα «Άπαντά» του, διακρίνουμε μια εξέλιξη στα κείμενά του, με τα πρώτα να χαρακτηρίζονται «πρωτόλεια», να έχουν δηλαδή εμφανείς αδυναμίες, τις οποίες ξεπερνά ο δημιουργός με τον χρόνο. Ο Περικλής δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Και ήδη το πρώτο του κείμενο, οι «Ανθρωποφύλακες», είναι ένα έργο βαθιάς ωριμότητας ενός πολύ νέου ανθρώπου, έργο που μέχρι σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά την έκδοσή του, εξακολουθεί να συναρπάζει όχι μόνο ως πολιτικό ντοκουμέντο αλλά και ως εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο. Όταν έγραφε τη μαρτυρία του για τα βασανιστήρια που υπέστη από τα στελέχη της χουντικής ασφάλειας, το 1969, ο Κοροβέσης πίστευε ότι θα γίνει ηθοποιός. Άλλωστε, αυτό είχε σπουδάσει κοντά στον Δημήτρη Ροντήρη, μέχρι τότε. Μόνο που η εμπειρία των βασανιστηρίων και κυρίως η επιλογή του, μόλις διέφυγε στο εξωτερικό, να καταγράψει όσα υπέστη σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε αρχικά σε 25 πολυγραφημένα αντίτυπα στη Γενεύη, τον άλλαξε οριστικά.
Βέβαια, οι γνώσεις του Περικλή για το θέατρο είναι ορατές και στον αναγνώστη των «Ανθρωποφυλάκων». Όχι μόνο γιατί η περιγραφή του σκηνικού των βασανιστηρίων και οι διάλογοι που τα συνοδεύουν είναι τόσο δυνατοί (άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο έγινε εφικτή η μεταφορά τους στη σκηνή), όσο γιατί ακόμα και σ’ αυτή τη σκληρή καταγραφή είναι ορατή η μπρεχτική «αποστασιοποίηση» που επιτρέπει τη συνύπαρξη της φρίκης με ένα πικρό χιούμορ που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Είναι το χιούμορ της ανθρωπιάς.
Οι «Ανθρωποφύλακες» διατηρούν δυστυχώς μέχρι σήμερα πέραν της λογοτεχνικής και της ιστορικής και μια καθαρά πολιτική αξία. Από τη μια μεριά, η μαρτυρία του Κοροβέση εκθέτει τους λεγόμενους «αναθεωρητές ιστορικούς» που «ακμάζουν» και στη χώρα μας, όσους δηλαδή επιχειρούν σήμερα να εξωραΐσουν το δικτατορικό καθεστώς, σχετικοποιώντας τα απάνθρωπα χαρακτηριστικά του και αποσιωπώντας τη βαρβαρότητα του «κράτους έκτακτης ανάγκης». Από την άλλη, η υπόθεση των βασανιστηρίων έχει ξανατεθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες στο προσκήνιο ως ένα «αναγκαίο κακό» απέναντι στην τρομοκρατία των (όποιων) τζιχαντιστών, απέκτησε δηλαδή μια τραγική επικαιρότητα.
Ο Κοροβέσης έγινε από τότε αυτό που όλοι ξέρουμε: ένας σημαντικός λογοτέχνης, αλλά και οξύς πολιτικός αρθρογράφος που ταυτόχρονα είχε την ανάγκη να εκφράζεται μέσω συλλογικών διαδικασιών, ομαδικής δουλειάς και προσωπικού ακτιβισμού. Λες και μετά αυτή την πρώτη συγγραφική του επίδοση μεταμορφώθηκε στον ήρωα ενός νέου έργου, το οποίο είχε άλλους συγγραφείς. Και σ’ αυτό παρέμεινε από τότε πιστός. Το είδαμε όταν εκλέχτηκε στον Δήμο της Αθήνας με τον Λέοντα Αυδή. Το ζήσαμε όταν έγινε βουλευτής με τον προκυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ. Το διαπιστώσαμε και στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με την επιμονή του στις αρετές του ουτοπικού συνεταιριστικού σχήματος.
Αυτά τα χαρακτηριστικά περιέχονται σε όλα τα πεζά των «Απάντων», παρά το γεγονός ότι πρόκειται για κείμενα εντελώς διαφορετικά, τα οποία απευθύνονταν μάλιστα και σε διαφορετικό κοινό. Κατά τρόπο παράδοξο, βέβαια, αντίθετα από αυτό που συμβαίνει συνήθως με τα «Άπαντα», μπορεί κανείς να διαβάσει τον ογκώδη τόμο από την αρχή μέχρι το τέλος, έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για ένα είδος ενιαίου κειμένου με αυτοβιογραφικά σπαράγματα που τα ενώνει -ή, καλύτερα, τα ερμηνεύει- το αρχικό κείμενο. Και μη διανοηθεί κανείς να σκεφτεί ότι θέλησε ο Περικλής να θρονιαστεί στην επιτυχία των περίφημων «Ανθρωποφυλάκων», επανερχόμενος εκ του ασφαλούς σε ανάλογη θεματική. Άλλοι τον ωθούσαν διαρκώς προς την ίδια κατεύθυνση. Ήταν εκείνοι που τον περιέλαβαν μαζί με άλλους γνωστούς αγωνιστές της αντιδικτατορικής αντίστασης στον κατάλογο των 14 «κυρίων υπόπτων» για τη δράση της οργάνωσης 17 Νοέμβρη, που δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» το 1984, δέκα χρόνια δηλαδή από τη Μεταπολίτευση. Και βέβαια εκείνοι που τον στοχοποίησαν ως δολοφόνο του Παύλου Μπακογιάννη με το πραγματικά δολοφονικό «Ιδού ο δολοφόνος» της Αγγελικής Νικολούλη στο «Έθνος» τον Σεπτέμβρη του 1989.
Θα συνεισφέρω κι εγώ ένα μικρό άγνωστο κείμενο του Περικλή -επίσης αυτοβιογραφικό, αλλά και χιουμοριστικό ή μάλλον πικρά ειρωνικό- γραμμένο ως απάντηση σ’ αυτή την επίθεση. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σχολιαστής», στο οποίο είχαμε συναντηθεί. Λέω ότι είναι άγνωστο, γιατί είναι ανυπόγραφο. Βέβαια είναι δικό του. Και είναι η χιουμοριστική του απάντηση στην πραγματικά δολοφονική επίθεση που είχε δεχτεί, Και τι λέει αυτό το κείμενο; Πολύ απλά, αντιγράφει φράσεις από το δημοσίευμα της Νικολούλη και αποκαλύπτει τα πραγματικά στοιχεία του φοβερού… δολοφόνου, δηλαδή τα δικά του.
Γράφει το δήθεν αποκαλυπτικό δημοσίευμα:
«Αξιωματικός της Ασφάλειας ζήτησε από τον αρχηγό της ΚΥΠ λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά πήρε τελείως διαφορετικές και αόριστες πληροφορίες, του στιλ “δεν μπορούμε να τον εντοπίσουμε”» («Έθνος», 29 .9 .89).
Απαντά ανυπόγραφα ο Περικλής από τις στήλες του «Σχολιαστή»:
«Οι υπηρεσίες όμως του “Σχολιαστή”, όχι μόνο τον εντόπισαν αλλά φέρνουν και αδιάσειστα στοιχεία για την παρουσία του στην Αθήνα. Το 1987, τον εντόπισαν και τον κατήγγειλαν δια του τύπου οι γνωστοί πράκτορες Μηνάς Χρηστίδης (“Έθνος”, 3.3.87) Τάσος Λιγνάδης (“Καθημερινή”, 29.3.87), Κώστας Γεωργουσόπουλος (“Τα Νέα”, 30.3.87), Βάιος Παγκουρέλης (“Ελεύθερος Τύπος” 3.4.87) κλπ. για το διαπραχθέν αδίκημα ενός θεατρικού έργου, που κάτω από την συμβολική ονομασία “ΤANGO BAR” που προήλθε από το πολεμικό σύνθημα (TAN)GO BAR(ATE), δηλαδή “εμπρός βαράτε”, προτροπή προς τους αναρχικούς για φασαρίες.
Αλλά υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες. Η “Καθημερινή” τον ανακαλύπτει και η Βεατρίκη Σπηλιάδη τον παραδίδει στο αναγνωστικό της κοινό το 1981. Οι αρχές όμως αδιαφόρησαν. Η “Αυγή” επανέρχεται το ’83: δεν την άκουσε κανείς. Το “Διαβάζω” λίγο αργότερα φέρνει στο φως το δήθεν παιδικό βιβλίο “Ή Συνέλευση των Ζώων”, που στην πραγματικότητα ήταν μια αήθης επίθεση εναντίον του Κ.Κ.Ε. και των μελών του. Οι μαρτυρίες αφθονούν. Δεν μπορούμε να τις παραθέσουμε όλες, θα σταθούμε όμως στην πιο εντυπωσιακή. Τα τελευταία τρία χρόνια είχε καταφύγει στον “Σχολιαστή”. Κάθε μήνα το φωνάζαμε, αλλά “φωνή βοώντος εν τη ερήμω”.
Μα επιτέλους, γιατί οι μυστικές μας υπηρεσίες δεν ανοίγουν και καμιά εφημερίδα σοβαρή; Γιατί δεν αγοράζουν κάποια έντυπα ή κάποια βιβλία; Και οι πληροφορίες τους θα ’ταν ακριβείς, και θα ενίσχυαν και την κουλτούρα αυτού του τόπου».
Λέει παρακάτω το δημοσίευμα της Νικολούλη στο «Έθνος»:
«Τον εντόπισαν 4 μυστικές υπηρεσίες … φέρεται στα αρχεία των υπηρεσιών σαν ηθοποιός-συγγραφέας με έντονη αντιδικτατορική δράση. (Γνωρίζουμε τα στοιχεία του αλλά για ευνόητους λόγους δεν τα αναφέρουμε)».
Απαντά ο Περικλής από τις στήλες του «Σχολιαστή»:
«Η αλήθεια είναι πως δεν τον εντόπισαν μόνο 4 μυστικές υπηρεσίες, αλλά και ο Τύπος όλης της Ευρώπης. Τα γνωστά αντιχουντικά ραδιόφωνα μετέφεραν στο εσωτερικό της χώρας τις παράνομες για τη νομιμότητα της Ελλάδας των Ελλήνων Χριστιανών, δραστηριότητες του εν λόγω “Έλληνα” (τα εισαγωγικά της Χούντας για την ανθελληνική του δράση). Τα στοιχεία του, δεν χρειάζονται γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μη καταλάβει ποιον εννοεί η εν λόγω “Εφημερίδα”».
Νικολούλη:
«Ο εν λόγω “συμβολαιογράφος” ξεμύτισε από το καβούκι του και ήρθε στην Αθήνα από τη Σουηδία όπου διαμένει τα τελευταία χρόνια».
Περικλής:
«Το περιοδικό μας μπήκε στο καβούκι του Κοροβέση και φέρνει στη δημοσιότητα πράγματα που υπήρχαν στη … δημοσιότητα! Ο βασικός ύποπτος είχε εντοπισθεί από την ελληνική κοινότητα της Στοκχόλμης που τον παρακολουθούσε όλα αυτά τα χρόνια. Τα δε μεταναστευτικό έντυπα τον είχαν ανακαλύψει και είχαν παραδώσει όλο το υλικό που τον αφορούσε σ’ όποιον ενδιαφερόταν να το διαβάσει».
Νικολούλη:
«Είναι ηθοποιός».
Περικλής:
«Ο Κοροβέσης, έπαιξε τελευταία φορά στο θέατρο, το καλοκαίρι του 1967, με το “Πειραϊκό θέατρο”, του δασκάλου του, Δημήτρη Ροντήρη, στους “Πέρσες”, και τον “Ίππόλυτο”. Δηλαδή εδώ και 22 χρόνια έχει εγκαταλείψει το επάγγελμα. Στα αρχεία όμως της Χουντικής και Προχουντικής Ασφάλειας έχει μείνει σαν “ηθοποιός” (Scrίpta Manent). Κάθε αναφορά στο “ηθοποιός”, είναι χουντικής ή προχουντικής προέλευσης».
Υπάρχει και μια φωτογραφία με τίτλο «Στη γιάφκα του Κοροβέση» με την ακόλουθη λεζάντα:
«Δημοσιεύουμε, κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα, τη μοναδική φωτογραφία γιάφκας εν λειτουργία! Ο εγκέφαλος πίσω από το μικρόφωνο, αγνώστων στοιχείων, δίνει εντολές και οι οπαδοί του τις εκτελούν. Ο Κοροβέσης εδώ υπογράφει το μεγάλο “συμβόλαιο” με τις γνωστές τελετουργίες των αναρχικών».
[Στη φωτογραφία είναι ο Περικλής που χορεύει ενώ τραγουδά ο Σαββόπουλος στη Στοκχόλμη το 1979].
Νικολούλη:
«Κανένας δεν τους σταμάτησε. Οι ελληνικές αρχές όχι μόνο δεν κινήθηκαν εγκαίρως, αλλά και δεν ερεύνησαν».
Περικλής:
«Τον εντόπισαν και κάποιες δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Παραθέτουμε μαρτυρίες των ξένων υπηρεσιών, που πρόθυμα άνοιξαν τα αρχεία τους για να επιβεβαιώσουν την ακρίβεια των στοιχείων που χρησιμοποιούμε.
[ Εδώ ο Περικλής παραθέτει τις εκδόσεις των «Ανθρωποφυλάκων» στα Γερμανικά, Τουρκικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Νορβηγικά, Γερμανικά, Ελληνικά, Φιλανδικά, Σουηδικά, Πορτογαλικά].
Και κλείνει ο Περικλής:
«Οι πληροφορίες είναι Copyright του Σχολιαστή και κατοχυρωμένες σύμφωνα με τους διεθνείς νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
ΤΙΜΕΣ:
– Φοιτητές, Άνεργοι, Συνταξιούχοι, έντυπα μικρής κυκλοφορίας: Δωρεάν.
– Τράπεζες – Οργανισμοί: Κατόπιν συμφωνίας.
– ΚΥΠ – Έθνος: Δεν πουλάμε»
————————–
Το κείμενο αυτό είναι βέβαια για έναν από τους επόμενους τόμους των «Απάντων», που εύχομαι να βγουν σύντομα. Κι αυτό εξαρτάται από όλους μας, δηλαδή από την ανταπόκρισή μας στην έκδοση του Πρώτου Τόμου που έχουμε τώρα μπροστά μας, χάρη στις εκδόσεις Opportuna, χάρη στον μόχθο του επιμελητή της έκδοσης Νίκου Παπαχριστόπουλου, και κυρίως χάρη στην επιμονή της αγαπημένης συντρόφου του Περικλή, της ξεχωριστής Μαρίας Κατεργάρη.




