του Τάση Παπαϊωάννου
(Αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ)
[30.1.2025]
Η Αθήνα μέσα σε λιγότερο από ογδόντα χρόνια κατέληξε να είναι μια πυκνοδομημένη μεγαλούπολη, που συγκεντρώνει στην ευρύτερη περιοχή της σχεδόν το μισό πληθυσμό της χώρας. Κανένα από τα πολλά πολεοδομικά σχέδια που εκπονήθηκαν στο παρελθόν, από την εποχή ακόμη των Κλεάνθη και Schaubert μέχρι και σήμερα, κανένα δεν υλοποιήθηκε ολοκληρωτικά στην πράξη. Η πόλη επεκτάθηκε και συνεχίζει να επεκτείνεται άναρχα, ως αποτέλεσμα συνεχόμενων ιδιωτικών πολεοδομήσεων, οι οποίες κάθε τόσο “νομιμοποιούνταν” (συνήθως πριν τις εκλογές) και εντάσσονταν σταδιακά στο περιβόητο “Σχέδιο Πόλεως”. Ένα σχέδιο αχταρμά που αποτελεί ένα συνονθύλευμα ασύνδετων μεταξύ τους θραυσμάτων που το ένα έρχονταν να προστεθεί τυχαία δίπλα στο άλλο.
Το λεκανοπέδιο χτίστηκε απ’ άκρου σ’ άκρο, δίχως μια σπιθαμή της άλλοτε όμορφης και χιλιοτραγουδισμένης γης να μείνει ελεύθερη και ακάλυπτη. Τα πάλαι ποτέ ιερά ποτάμια της καλύφθηκαν και μετατράπηκαν σε βρωμερούς οχετούς αποβλήτων, ενώ τα πάμπολλα φυσικά ρέματα που κάποτε τη διέσχιζαν, μπαζώθηκαν και μετατράπηκαν σε λεωφόρους κυκλοφορίας. Το αποτέλεσμα είναι η Αθήνα να πνίγεται στην παραμικρή νεροποντή και οι δρόμοι της να μετατρέπονται σε ξαφνικούς και επικίνδυνους χειμάρρους. Σαν αμοιβάδα που δεν έχει διέξοδο επεκτάθηκε μέχρι τη θάλασσα στον Φαληρικό Όρμο (που κι αυτός μπαζώθηκε), σκαρφάλωσε πάνω στους λόφους και στις πλαγιές των βουνών που όριζαν ολόγυρα το λεκανοπέδιο.
Το έντονο φυσικό ανάγλυφο καλύφθηκε από μία παχύρευστη αστική μάζα, ίδιου ύψους και όσο όριζε κάθε φορά ο ΓΟΚ [Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός]. Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια, μονώροφα και διώροφα τα περισσότερα, γκρεμίστηκαν και στη θέση τους η αντιπαροχή έχτισε στην ουσία ξανά μια πολυώροφη πόλη, χωρίς την ίδια στιγμή να διαπλατυνθούν οι υπάρχοντες δρόμοι που παρέμειναν με το ίδιο πλάτος, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Σήμερα οι δρόμοι στην Αθήνα, πόσο μάλλον τα στενά σοκάκια, φαντάζουν με ανήλιαγες αστικές χαράδρες μέσα στο κορεσμένο και συμπαγές αστικό τοπίο. Επί των ημερών μας συνεχίζεται το ανελέητο χτίσιμο και των τελευταίων ελεύθερων υπαίθριων χώρων, με αποτέλεσμα να πνίγεται καθημερινά από το νέφος που μολύνει την ατμόσφαιρα και το οποίο έχει πια οριστικά επικαθήσει πάνω της.

Παρόλα όμως τα σοβαρά προβλήματα η πόλη παραδόξως παρέμεινε ζωντανή, δίχως να παρουσιαστούν τα φαινόμενα απονέκρωσης που παρατηρήθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πόλεις. Δεν υπήρξαν εδώ εκτεταμένες κεντρικές περιοχές γραφείων του τριτογενούς τομέα που το βράδυ να εγκαταλείπονται, με ελάχιστους ανθρώπους να κυκλοφορούν στους δρόμους τους και την εγκληματικότητα να καιροφυλακτεί. Αλλά και καμιά περιοχή δεν είχε τα χαρακτηριστικά μιας απομονωμένης και άχρωμης υπνούπολης. Κι αυτό γιατί η Αθήνα χτίστηκε σταδιακά, χωρίς πολύ μεγάλες και εκτεταμένες επεμβάσεις στον αστικό ιστό, με τα υφιστάμενα οικοδομικά τετράγωνα να μένουν αναλλοίωτα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μη διαταραχτεί ο κοινωνικός ιστός των γειτονιών της.
Το γεγονός ότι στα ισόγεια των πολυκατοικιών κατασκευάστηκαν καταστήματα σε άμεση λειτουργική σχέση με τον δρόμο, συνετέλεσε στη διαρκή ζωογόνησή του τις περισσότερες ώρες του 24-ώρου. Η κατακόρυφη οργάνωση της τυπικής πολυκατοικίας σε ζώνες που περιλάμβαναν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους χρήσεις, κράτησε μέσα στα χρόνια ζωντανές πολλές γειτονιές της πόλης. Μέχρι και κάποια χρόνια πριν σε πολλές περιοχές υφίστατο το χαρακτηριστικό τοπικό κέντρο με τα μανάβικα, τα παντοπωλεία, τα κρεοπωλεία και τα μικρομάγαζα που εξυπηρετούσαν τους κατοίκους, ενώ σε άλλες διατηρείται ο χαρακτήρας της γενικής (και όχι της αμιγούς) κατοικίας που εμπλουτίζεται και ζωογονείται ακόμη απ’ αυτές τις κοινόχρηστες χρήσεις τις τόσο σημαντικές και απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία τους. Δεν λείπουν από τις περισσότερες γειτονιές τα ψιλικατζίδικα, τα περίπτερα, τα καταστήματα πρώτης ανάγκης, ενώ τελευταία κάνουν ξανά την εμφάνισή τους τα τσαγκάρικα, τα ραφεία, τα κουρεία. Αυτά είναι που ζωογονούν τη γειτονιά, φέρνουν σε επαφή τους κατοίκους μεταξύ τους, αποτελούν μικρούς, αλλά τόσο σημαντικούς κοινωνικούς πυκνωτές μέσα στον αστικό ιστό.
Αλλά και οι υπαίθριες λαϊκές αγορές που απλώνονται κατά μήκος των δρόμων ζωντανεύουν κάθε βδομάδα τις γειτονιές της πόλης﮲ οι κάτοικοι σουλατσάρουν με τα καροτσάκια τους πάνω κάτω, αγοράζοντας τα φρέσκα προϊόντα των παραγωγών. Ένα παζάρι που φέρνει στο νου τα πολύβουα και πολυάνθρωπα παζάρια της Ανατολής, με τα έντονα χρώματα, τις μεθυστικές μυρουδιές και τους πωλητές που διαλαλούν την πραμάτεια τους. Μια ιδιαίτερη θεατρικότητα συμβαίνει τότε στο δρόμο, κάτω από τις ομπρέλες και τους κατάφορτους πάγκους που βρίσκονται αραδιασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. Ακούς φωνές εδώ κι εκεί, ακούς ιστορίες, βλέπεις γκριμάτσες, συναντάς γνωστούς και σχολιάζεις στο πόδι τα νέα και οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτό που συγκροτεί μια αληθινή αγορά κι όχι ένα αποστειρωμένο Mall. Τότε είναι που ο δρόμος αποκτά την ουσιαστική του λειτουργία και τον κοινωνικό του ρόλο που τον έχασε μέσα στα χρόνια.
Περπατώντας μέσα στην πόλη ανακαλύπτεις κάθε φορά νέα σημεία που δεν τα είχες προσέξει πριν. Ανακαλύπτεις ενδιαφέροντα κτίρια που πάνω τους γράφουν οι διαφορετικές ιστορικές περίοδοι, δρομάκια με τη δική τους ξεχωριστή φυσιογνωμία, ανθρώπινες δραστηριότητες που δημιουργούνται σιγά- σιγά και αθόρυβα μέσα στον πολύβουο αστικό ιστό. Συνειδητοποιείς το γεγονός ότι η πόλη ήταν και συνεχίζει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που μετασχηματίζεται αενάως μέσα στο χρόνο. Σάμπως η ζωή η ίδια να εμφανίζεται άξαφνα εκεί απ’ όπου πριν είχε πρόσκαιρα αποτραβηχτεί και να πλημμυρίζει ξανά περιοχές που έστεκαν εγκαταλελειμμένες και υποβαθμισμένες. Δεν αναφέρομαι εδώ φυσικά στις βίαιες αναπλάσεις και τον αχαλίνωτο εξευγενισμό των από πάνω, αλλά στην υποδόρια αναζωογόνηση που συμβαίνει σε πολλές γειτονιές από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που κατέφθασαν στη χώρα μας, εγκαταλείποντας τις μακρινές και πολύπαθες πατρίδες τους. Που συναθροίζονται στις ίδιες περιοχές βοηθώντας ο ένας τον άλλο στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής. Σαν τους σπόρους που τους παίρνει μακριά ο αέρας και φυτρώνουν σε νέα χώματα, εκεί που το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες.
Σήμερα αυτή η μακροχρόνια συνθήκη τείνει να καταργηθεί. Σε πολλές (κεντρικές κυρίως) περιοχές της Αθήνας ολόκληρες πολυκατοικίες έχουν μετατραπεί σε Airbnb ή σε ξενοδοχεία, επιφέροντας μια σοβαρή μετάλλαξη στον κοινωνικό ιστό της. Οι παλαιοί κάτοικοι (ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές) απομακρύνονται και τη θέση τους καταλαμβάνουν εποχικοί τουρίστες, αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία της γειτονιάς. Αυτή την περίοδο δεν αλλάζουν τόσο τα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά της πρωτεύουσας, τα οποία παραμένουν πάνω-κάτω τα ίδια, αλλά αλλάζουν και μάλιστα με γρήγορους και βίαιους ρυθμούς, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της.
Η Αθήνα συνεχίζει την εν πολλοίς ασχεδίαστη, αλλά ζωντανή πορεία της μέσα στο χρόνο. Μπορεί να μην είναι αυτό που αισθητικά θα αποκαλούσαμε όμορφη πόλη, όμως με άλλους όρους, είναι μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή μεγαλούπολη που ξεχειλίζει από ζωή κι αυτό είναι το σπουδαιότερο για όσους και όσες κατοικούμε σ’ αυτήν. Μια πόλη που κόντρα σε όλες τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, τα προβλήματα και τις αντιξοότητες της καθημερινότητάς μας, συνεχίζει το μακραίωνο ταξίδι της μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Γιατί πόλη είναι οι κάτοικοί της και όχι οι τουρίστες της. Αυτοί την νοηματοδοτούν και την κάνουν να υπάρχει. Από όλους εμάς εναπόκειται να διαφυλάξουμε τον μοναδικό και ζωοποιό χαρακτήρα της.

