Skip to main content Scroll Top
BigBangtheory
Το Big Bang
του Μεγάρου Μαξίμου


Ο μυστικοσύμβουλος του κ. Μητσοτάκη Στάθης Καλύβας και η «αναθεώρηση» της αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής και στη δικτατορία

του Δημήτρη Ψαρρά

[27.3.2026]

Πριν από ένα μήνα προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις η απόπειρα του ιστορικού Στάθη Καλύβα να αμαυρώσει την ιστορία των 200 κομμουνιστών που εκτέλεσαν τα ναζιστικά στρατεύματα την Πρωτομαγιά του ’44. Το άρθρο του κ. Καλύβα σχολιάστηκε και εδώ, στο «Χωρίς Εφημερίδα» («Ο μυστικοσύμβουλος του κ. Μητσοτάκη και οι 200 της Καισαριανής», 23.2.2026). Αλλά βέβαια ο δράστης δεν δίστασε την περασμένη Κυριακή να επανέλθει και μάλιστα σε ένα άρθρο με άσχετο θέμα. Υμνώντας τη σειρά ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη «17 Νοέμβρη» στον «Σκάι», ο κ. Καλύβας κατηγορεί τώρα την Αριστερά ότι «υπαγορεύει στην ελληνική κοινωνία […] την ενορχηστρωμένη συγκίνηση για τους “200 της Καισαριανής”» («Κοινωνικό λογισμικό», «Καθημερινή», 22.3.2026).

Ώστε «ενορχηστρωμένη συγκίνηση»! Προφανώς δεν θα ενθουσιάστηκε η κα. Μενδώνη και ο κ. Μητσοτάκης που ο αγαπημένος τους ιστορικός δεν διστάζει να τους εκθέσει ότι υπήρξαν κι αυτοί «θύματα» στη συγκίνηση που «ενορχήστρωσε» η Αριστερά, αλλά τι να κάνουμε; Εδώ ο στόχος είναι να μη χαλάσει το παραμύθι που ξεκίνησε να σερβίρει ο κ.  Καλύβας εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, «αναθεωρώντας» την ιστορία της Αντίστασης την περίοδο της Κατοχής, και κυρίως αποκαθιστώντας την «τιμή» των δωσιλόγων (Ιός, «Η νέα δεξιά ιστοριογραφία. Οι ταγματασφαλίτες δικαιώνονται», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 26.10.2003 και Τάσος Κωστόπουλος, «Δωσιλογισμός: η υπέρβαση ενός ταμπού», «Εφημερίδα των Συντακτών», 25.10.2015).

Ο κ. Καλύβας, δηλαδή, δεν έκανε τίποτα περισσότερο τον τελευταίο μήνα, παρά να επαναλαμβάνει όσα έλεγε τότε, θορυβημένος μήπως ακόμα και οι πιστοί του ακόλουθοι διστάσουν μπροστά στη λαϊκή συγκίνηση που προκάλεσαν τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή. Κατανοητός ο φόβος του, πολύ περισσότερο που εδώ και κάποια χρόνια έχει αναλάβει –μόνος του αυτή τη φορά- και δεύτερη «αναθεωρητική» επιχείρηση: την απόπειρα εξωραϊσμού της Χούντας, που την ξεκίνησε το 2017, στα 50 χρόνια από το πραξικόπημα, και πάλι από την «Καθημερινή». Στο κείμενο της στήλης, πριν από ένα μήνα, στο οποίο έχω ήδη παραπέμψει, σημείωνα ότι οι ύμνοι του κ. Καλύβα στη Χούντα είχαν προκαλέσει τη δυσανεξία ακόμα και της καραμανλικής Δεξιάς, με αποτέλεσμα να τον υποχρεώσουν να επανέλθει πρόσφατα με ογκώδες απολογητικό βιβλίο (Στάθης Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, «Big Bang 1970-1973. Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας», Μεταίχμιο, Αθήνα 2025). Υποσχόμουν ότι θα επανέλθω επειδή, για κακή του τύχη, το έργο αυτό τον εκθέτει περισσότερο. Επανέρχομαι, λοιπόν. Και σπεύδω να συνοψίσω τη γενική μου εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί την πιο αποκαλυπτική αδυναμία της συγγραφικής καριέρας του κ. Κ.

  1. Οι «Καταστροφές και Θρίαμβοι» του κ. Κ.

Προκειμένου να γίνει κατανοητός ο στόχος του νέου πονήματος του κ. Κ., θυμίζω ότι είχε προηγηθεί το «Καταστροφές και θρίαμβοι», ένα βιβλίο τσέπης για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά (2015) στα αγγλικά και στα ελληνικά, το οποίο, μάλιστα, μεταδόθηκε και ως τηλεοπτική σειρά από τον «Σκάι». Σ’ αυτό το βιβλίο περιλαμβάνεται για πρώτη φορά ρητά διατυπωμένη η θέση του κ. Καλύβα ότι το πραξικόπημα δεν υποκινήθηκε από τις ΗΠΑ, ήταν απλώς «απότοκο της αποτυχίας του αστικού πολιτικού προσωπικού να καταλήξει σε συναίνεση σχετικά με τη διαχείριση του εκδημοκρατισμού της χώρας» (σελ. 184). Ο κ. Καλύβας δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι «το βασικό σλόγκαν του καθεστώτος “Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών”, ήταν δηλωτικό της απόπειρας στήριξής του πάνω στο πατριωτικό φρόνημα του πληθυσμού» και χαρακτηρίζει τα δυο «δημοψηφίσματα» της Χούντας (1968 και 1973) «πολιτικό εργαλείο παραγωγής νομιμοποίησης» (σε. 185)! Αλλά εκεί που ο σύμβουλος του κ. Μητσοτάκη ομολογεί τις απόκρυφες σκέψεις του είναι στην επόμενη φράση, όπου αρχικά παραδέχεται την άγνοιά του («δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια ήταν ακριβώς η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη δικτατορία»), αλλά αμέσως μετά υποστηρίζει το αντίθετο, γράφοντας ότι «η απουσία ουσιαστικής μαζικής αντιστασιακής δράσης και η συνεχιζόμενη άνθηση της οικονομίας υποδηλώνουν μια επιφανειακή μεν αλλά γενικευμένη διάθεση αποδοχής» (σελ. 185-186).

Το αστείο είναι ότι ο συγγραφέας αισθάνεται βέβαια υποχρεωμένος να αναφερθεί στις «μεθόδους καταστολής» της Χούντας, αλλά προσθέτει ότι οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις και τα βασανιστήρια επιβάλλονταν στους «λιγοστούς εκείνους που αντιδρούσαν» (σελ. 186). Ούτε περνά από το μυαλό του το γεγονός ότι η χουντική τρομοκρατία ήταν αυτή που υποχρέωνε τους πολίτες να κλείνονται στα σπίτια τους και να μην αντιδρούν δημόσια. Την ανοιχτή τρομοκρατία την ερμηνεύει ως… αποδοχή!

Σ’ αυτό μάλιστα το σημείο ο κ. Καλύβας προσθέτει το μοναδικό μεγάλο παράθεμα σε όλο το βιβλίο, το οποίο παρουσιάζει ως «μια ενδιαφέρουσα αίσθηση της κατάστασης που επικρατούσε τον Ιούλιο του 1972», την οποία «μας προσφέρει ένας Αμερικανός δημοσιογράφος». Πρόκειται για ένα άρθρο του Charles W. Yost («Fact and fantasy», «Christian Science Monitor», 6.7.1972), στο οποίο διατυπώνεται η άποψη ότι επί Χούντας «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι από οικονομικής άποψης και απαθείς από πολιτικής» (σελ. 186). Αλλά βέβαια ο Yost δεν ήταν απλώς ένας «Αμερικανός δημοσιογράφος», όπως μας τον συστήνει ο κ. Καλύβας. Ήταν επί δεκαετίες ανώτερο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, ενώ το 1968 τον είχε διορίσει ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ως επικεφαλής της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στον ΟΗΕ! Αφού τον εκτιμούσε ο Νίξον, τι να κάνει και ο κ. Καλύβας;

Αλλά και την κατάρρευση του καθεστώτος της Χούντας εξαιτίας της επιστράτευσης που αποφασίστηκε μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο κ. Καλύβας την αποδίδει σε αμέλεια «διαχείρισης των ενόπλων δυνάμεων». Ούτε του περνάει από το νου ότι η επιστράτευση που διέταξε η Χούντα κατέληξε σε φιάσκο, γιατί ουσιαστικά παρέλυσε τον κεντρικό μηχανισμό του στρατού με την είσοδο των επιστρατευμένων πολιτών στους στρατώνες (βλ. Γ. Τσιρίδης, Δ. Παπανικολόπουλος, «Επιστράτευση 1974: ο καταλυτικός ρόλος των επίστρατων στην κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών», «Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης», τχ. 42, σ. 203-228).

  1. Το «Big Bang» του κ. Κ.

Επειδή ο κ. Καλύβας κατάλαβε ότι δεν αρκούσαν για να εξωραΐσουν το δικτατορικό καθεστώς όσα είχε σκεφτεί το 2015 και το 2017, υποχρεώθηκε τώρα να επανέλθει, με το πολυσέλιδο «Big Bang 1970-1973. Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας» (714 σελίδες), το οποίο συνυπογράφει με μία σκηνοθέτρια. Αλλά εδώ είναι που πλέον εκτίθεται εντελώς ο τηλε-ιστορικός. Γιατί παρά το γεγονός ότι έχει συντάξει το βιβλίο από ένα παζλ αποσπασμάτων παράταιρων και εν πολλοίς αντιφατικών, φροντίζοντας δηλαδή να κρυφτεί ο ίδιος πίσω από τα γραπτά άλλων, το αποτέλεσμα τον προδίδει.

 ► Η κεντρική ιδέα του κ. Κ. είναι ότι την περίοδο της δικτατορίας αναπτύχθηκε στην Ελλάδα μια πολιτιστική έκρηξη. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: «Κόντρα στις κυρίαρχες πολιτικές συνθήκες, σ’ έναν βαθμό και εξαιτίας τους, η “χουντική επταετία” θα αποδειχθεί απρόσμενα γόνιμη και δημιουργική. Την τετραετία 1970-1973, η Ελλάδα βιώνει ένα λαμπερό δημιουργικό τσουνάμι, ένα πνευματικό και πολιτιστικό Big Bang».

 ► Και πού βασίζεται η συλλογιστική του; Μα στο θεώρημα ότι την περίοδο της Χούντας υπήρχε μια «άγρια καταστολή για τους ελάχιστους και μια καθημερινή κανονικότητα και ευδαιμονία για τους πολλούς» (σελ. 45). Και για όποιον δεν κατάλαβε, ο συγγραφέας τονίζει «τη μεγάλη αξία ακόμα και μιας ατελούς ελευθερίας» (σελ. 47).

 ► Κατά τον κ. Κ. αυτά που γράφει «είναι ιστορία ευρύτερα άγνωστη, απόκρυφη σχεδόν» (σελ. 50). Και αμέσως μετά, εξηγεί ότι θα «αποκαλύψει» το έργο του Διονύση Σαββόπουλου, της Μαρινέλλας, του Κώστα Ταχτσή, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, της Μαρίζας Κωχ, του Χατζιδάκι, του Κατράκη, του Μικρούτσικου και του Θεοδωράκη! Πραγματικά «απόκρυφα»! Κανείς δεν έχει ακούσει για όλα αυτά!

 ► Η σύλληψη 8.333 πολιτών το βράδυ του πραξικοπήματος κατά τον κ. Κ. προκάλεσε απλώς ένα καθολικό «μούδιασμα» (σελ. 58). Κατά τη γνώμη του, «θα έπρεπε να μας ενοχλεί περισσότερο η εκ των υστέρων κατασκευή και διάδοση του μύθου μιας λίγο πολύ καθολικής απόρριψης του καθεστώτος» (σελ. 80).

 ► Η σχέση των υπηρεσιών των ΗΠΑ με το δικτατορικό καθεστώς «δεν προκύπτει από τις ιστορικές πηγές» και «το καθεστώς έδρασε με σημαντική αυτονομία έναντι των ΗΠΑ» (σελ. 58). Κατά τον κ. Κ., μάλιστα, «η διάδοση της αντίληψης πως τη Χούντα την επέβαλαν οι Αμερικανοί» οδήγησε σε μια «βολική μοιρολατρία που λειτούργησε ως άλλοθι για την απάθεια» (σελ. 80).

 ► Ο κ. Κ. στο πρώτο  μέρος προβάλλει προκλητικά ένα βιβλίο για να περιγράψει την αποσάθρωση του πολιτικού συστήματος: «Ιδιαίτερα διεισδυτικό ως προς αυτό είναι το βιβλίο του Βρετανού δημοσιογράφου David Holden που κυκλοφόρησε το 1972 και παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά, ίσως γιατί είναι έντονα κριτικό ως προς το ελληνικό πολιτικό σύστημα και την ελληνική κοινωνία» (σελ. 60). Εδώ είναι που ο μυστικοσύμβουλος του κ. Μητσοτάκη πιάνεται στα πράσα από τον μυστικοσύμβουλο του πατέρα του, τον Νίκολας Γκέιτζ. Σε βιβλιοκριτική παρουσίαση στους «New York Times» (1.10.1972), την οποία η εφημερίδα τιτλοφορεί ειρωνικά «οι καλοί Έλληνες συνταγματάρχες» ο Γκέιτζ γελοιοποιεί τον Χόλντεν, και τον καταγγέλλει ως φιλοχουντικό. Ενδεικτικά. Γράφει ο Γκέιτζ: «Ο κ. Χόλντεν, για να το θέσω με τους πιο ήπιους όρους, δεν έχει μεγάλη ιδέα για τους Έλληνες. Τους βλέπει ως αυταρχικούς, συνωμοτικούς, πεισματάρηδες, βίαιους, ανώριμους, κωλυσιεργητές, μακιαβελικούς και απρόβλεπτους». Και στη συνέχεια: «Ο κ. Χόλντεν πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν πρέπει να θεωρούνται μέρος της ευρωπαϊκής κοινότητας περισσότερο από ό,τι οι Αιθίοπες. Υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να ομαδοποιούνται με τους υπανάπτυκτους λαούς της Αφρικής και της Ασίας». Και βέβαια: «Από τους πρόσφατους ηγέτες της Ελλάδας, ο κ. Χόλντεν συμπαθεί περισσότερο τους συνταγματάρχες που βρίσκονται τώρα στην εξουσία. Παρά τις συχνές γελοίες δηλώσεις τους, λέει, έχουν χαρίσει στην Ελλάδα πολιτική και οικονομική σταθερότητα». Αυτό είναι λοιπόν το «διεισδυτικό» βιβλίο που μας προτείνει ο κ. Κ.

► Ο κ. Κ. παραδέχεται ότι αντιδρώντας στο δικτατορικό καθεστώς η νεολαία στράφηκε προς τα αριστερά, αλλά αμέσως σχολιάζει ότι αυτό αποτελεί «εξόφθαλμη αντίφαση», εφόσον πρόκειται για «στράτευση εναντίον του πολιτικού αυταρχισμού στο όνομα ιδεωδών που στ’ αλήθεια αντιπροσώπευαν ένα ακόμα μεγαλύτερο αυταρχισμό» (σελ. 69). Μ’ άλλα λόγια, καλύτερα η Χούντα από την Αριστερά.

 ► Η κεντρική μέθοδος που ακολουθεί ο κ. Κ. είναι η ανάμειξη προσώπων με διαφορετικά χαρακτηριστικά και εντελώς ασύμβατη πορεία, προκειμένου να τεκμηριώσει τον θετικό του απολογισμό για την περίοδο της δικτατορίας. Έτσι στο ίδιο κεφάλαιο παρουσιάζει τον Διονύση Σαββόπουλο, τη Μαρινέλλα, τον Κώστα Ταχτσή, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τη Μαρίζα Κωχ! Από αυτούς, τον μόνο που δεν χωνεύει είναι ο Αγγελόπουλος και δεν διστάζει να μεταφέρει τη γνώμη του Απ. Δοξιάδη ότι «η θαυμάσια “Αναπαράσταση” απέχει απ’ όλες τις μετέπειτα ταινίες του, με τη διαφορά του αuθεντικού από το εγκεφαλικά κατασκευασμένο του αληθινού από το ψεύτικο» (σελ. 611). Πάνε λοιπόν οι «Μέρες του ’36», πάει κι «Θίασος», επειδή –βλέπετε- έχουν άμεση αναφορά στην Αριστερά!       

 ► Εκεί που εκτίθεται βέβαια ο κ. Κ. είναι όταν επιχειρεί να στηρίξει σε διάσημα πρόσωπα την προσπάθειά του να «καλλωπίσει» το δικτατορικό καθεστώς. Ξεκινά την αναφορά σε καλλιτέχνες που «στήριξαν δημόσια» το δικτατορικό καθεστώς με δυο  ονόματα που έχουν συνδεθεί με την Αριστερά και το αντιδικτατορικό κίνημα: «Ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα συναντά κανείς την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γιώργου Ζαμπέτα, συμμετείχαν σε εκδήλωση της ΑΣΔΕΝ υπέρ των σεισμοπλήκτων της Ηπείρου και της Θεσσαλίας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τον Ιούνιο του 1967, με σύσσωμη την παρουσία του υπουργικού συμβουλίου και έντονο κυβερνητικό χαρακτήρα. Ή τον Γιώργο Κατσαρό που συνθέτει τον ύμνο της χούντας και τον Γιώργο Ζαμπέτα που ταξιδεύει στις Βρυξέλλες για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ σε κάποιον μεγάλο χορό» (σελ. 83). Όπως καταλαβαίνετε, ο κ. Κ. χρησιμοποιεί τη μαρτυρία του Ζαμπέτα για να προβάλει τη συμμετοχή της Καρέζη και του Καζάκου σε εκδήλωση της Χούντας. Δεν τον αφορά ότι η εκδήλωση έγινε για σεισμόπληκτους και κυρίως δεν μπαίνει στον κόπο να δει τι ήταν ακριβώς αυτή η εκδήλωση. Αρκεί ότι το είπε ο Ζαμπέτας. Αλλά αν έμπαινε στον κόπο να ψάξει ως… ιστορικός ο κ. Κ. θα ανακάλυπτε ότι στην ίδια εκδήλωση μετείχε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Άννα και η Μαρία Καλουτά, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Πόλυ Πάνου, η Ρένα Ντορ, ο Δ. Παπαμιχαήλ, ο Θ. Βέγγος, ο Γ. Βογιατζής, ο Γκιωνάκης, η Ζωή Κουρούκλη, ο Σοφία Βέμπο, αλλά και η Μαρινέλλα στην οποία αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 236-242), χωρίς να αναφέρει τίποτα σχετικό και δεκάδες άλλοι (βλ. «Θα εμφανισθούν απόψε στο Στάδιο, μαζί με πλειάδα άλλων καλλιτεχνών», «Η Βραδυνή», 19.6.1967). Μ’ άλλα λόγια, ο κ. Κ. συκοφαντεί ανοιχτά τον Καζάκο και την Καρέζη, ξεχωρίζοντάς τους από τους πολλούς που μετείχαν στην εκδήλωση για τους σεισμόπληκτους και βάζοντάς τους δίπλα στον συνθέτη του ύμνου της Χούντας.   

 ► Ο κ. Κ. χαρακτηρίζει «μοιραία» την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία «ευνόησε τα σχέδια των σκληροπυρηνικών της Χούντας»  (σελ. 152, 155). Του ξέφυγε το «μοιραία»…

 ► Ο κ. Κ. δεν διστάζει να αποδώσει τις αυτοκτονίες σημαντικών προσώπων της περιόδου στην απογοήτευση που τους προκάλεσε η Μεταπολίτευση: «Ορισμένοι, όπως ο Δαρβέρης, δεν θα αντέξουν αυτή την αλλαγή και θα δώσουν τέλος στη ζωή τους» (σελ. 592). «Για κάποιους λίγους, η αίσθηση της ματαίωσης θα αποδειχτεί τόσο συντριπτική, ώστε να τους ωθήσει μέχρι την αυτοκτονία, όπως τον Νίκο Σκυλοδήμο του Ελεύθερου Θεάτρου» (σελ. 600). Εδώ η αθλιότητα συναντιέται με την αγραμματοσύνη.

 ► Το γενικό συμπέρασμα του κ. Κ. είναι ότι «η πτώση της δικτατορίας σφράγισε το τέλος της δημιουργικής αυτής εποχής» (σελ. 582). Δεν του περνάει απ’ το μυαλό ότι αυτό που περιγράφει ως «αδυναμία», «υποχώρηση» ή «τραύμα της Μεταπολίτευσης» ήταν η απογοήτευση για την ανάπηρη Μεταπολίτευση, όχι η νοσταλγία της Χούντας.

Από τον Σαρτρ στον Καλύβα…

Δεν έχω την απαίτηση να έχει μελετήσει Ζαν Πολ Σαρτρ ο κ. Κ. Αλλά άθελά του, το νέο του βιβλίο αποτελεί μια χοντροκομμένη παρωδία του εμβληματικού κειμένου του Γάλλου φιλοσόφου «Η δημοκρατία της σιωπής» που γράφτηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας από τη ναζιστική κατοχή. Μεταφέρω εδώ την αρχή του κειμένου του Σαρτρ:

«Ποτέ δεν ήμασταν πιο ελεύθεροι από ό,τι υπό γερμανική κατοχή. Είχαμε χάσει όλα μας τα δικαιώματα, πρώτα και κύρια το δικαίωμα να μιλάμε. Μας προσέβαλαν κατάμουτρα κάθε μέρα και μας ανάγκαζαν να σιωπήσουμε. Μας απέλαυναν μαζικά, ως εργάτες, ως Εβραίους, ως πολιτικούς κρατούμενους. Παντού -στους τοίχους, στις εφημερίδες, στην οθόνη- βλέπαμε αυτή την άθλια εικόνα που ήθελαν να μας επιβάλουν οι καταπιεστές μας: εξαιτίας όλων αυτών, ήμασταν ελεύθεροι. Από τη στιγμή που το ναζιστικό δηλητήριο εισχώρησε στις σκέψεις μας, κάθε δίκαιη σκέψη ήταν μια νίκη. Από τη στιγμή που μια παντοδύναμη αστυνομική δύναμη προσπάθησε να μας φιμώσει, κάθε λέξη έγινε πολύτιμη, σαν μια δήλωση αρχής» (Jean-Paul Sartre, «La République du silence», «Les Lettres françaises», 9.9.1944, τχ. 20).

Προτιμήσεις Απορρήτου
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookies μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.