Συνέδριο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων: «Αντεγκληματική πολιτική, Ποινική νομοθεσία και Δικαιοσύνη»
1η Μέρα - Δεύτερη Συνεδρία
της Άντας Ψαρρά
[30.11.2024]
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]
Στο βήμα ανέβηκε στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος Πανάγος, δρ. Εγκληματολογίας –Σωφρονιστικής ΕΚΠΑ για να μιλήσει με θέμα «“Children first, offenders second”: Οι σύγχρονες διεθνείς τάσεις για την ποινική αντιμετώπιση των ανηλίκων και η ελληνική νομοθεσία». Βάση της ομιλίας του αποτέλεσαν οι νέες θεωρητικές τάσεις για την ποινική μεταχείριση των ανηλίκων, η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη φιλική προς το παιδί δικαιοσύνη και το θεωρητικό πρότυπο, που διαμορφώθηκε πρόσφατα στον διεθνή χώρο και συνοψίζεται με τον όρο «Πρώτα παιδιά, έπειτα παραβάτες».
Ο κ. Πανάγος παρατήρησε ξεκινώντας την ομιλία του ότι τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση σχετικά με την παραβατικότητα των ανηλίκων διεξάγεται με όρους έντονης κοινωνικής ανησυχίας. Με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ αλλά και τα ΜΜΕ το φαινόμενο έχει λάβει αυξητικές διαστάσεις. «Η ανησυχία εδράζεται κυρίως στις προβαλλόμενες ποιοτικές μεταβολές. Η οργανωμένη χρήση βίας μεταξύ ανηλίκων έχει κυριαρχήσει στη σχετική ειδησεογραφία ενώ μια πρώτη απλουστευτική προσέγγιση αποτελεί η αυστηροποίηση και η καταστολή με στόχο την αποτροπή των αδικημάτων ανηλίκων και όσων τα εκμεταλλεύονται». Αναφέρθηκε στον τωρινό Έλληνα νομοθέτη που έφερε μεταβολές στο θέμα του εγκλεισμού ανηλίκων στις φυλακές. «Πλέον αρκεί η τέλεση ενός οιονεί κακουργήματος προκειμένου ένας ανήλικος να οδηγηθεί σε κατάστημα». Βεβαία, όπως είπε, στο άρ. του Π.Κ. συνεχίζει να προβλέπεται ότι η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή. Ο ρόλος του δικαστικού λειτουργού παραμένει κομβικός. «Ωστόσο το διεθνές νομικό πλαίσιο δεν συνηγορεί στην κλιμάκωση της καταστολής αλλά κινείται σε μια διαφορετική κατεύθυνση». Ο ομιλητής παρουσίασε κωδικοποιημένες αυτές τις σύγχρονες τάσεις με βάση τις αντίστοιχες διεθνείς συνθήκες και τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ. «Βασική παραδοχή αποτελεί ότι η αλληλεπίδραση που αναπτύσσει ένας ανήλικος κατά την εμπλοκή του στην ποινική διαδικασία επηρεάζει την μετέπειτα πορεία του και τη λεγόμενη νομική κοινωνικοποίηση του». Επισήμανε ότι το δίκαιο των ανηλίκων ιστορικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το προνοιακό πρότυπο ήδη από το 1899 και με την ίδρυση στο Σικάγο του πρώτου αυτοτελούς δικαστηρίου ανηλίκων. Τόνισε ότι τα ποινικά μέτρα ήταν κατά κανόνα μη ιδρυματικά ενώ ο δικαστής επικουρείται από τους εξειδικευμένους επιστήμονες που συμβάλλουν στην διαμόρφωση της δικαστικής απόφασης με στόχευση αμιγώς προληπτική και με μέτρα διαπαιδαγώγησης που θα μειώσουν την πιθανότητα υποτροπής. Εξήγησε το πώς στις επόμενες δεκαετίες αναδείχτηκε στον επιστημονικό διάλογο ότι η αμιγώς πατερναλιστική αντιμετώπιση των ανηλίκων τους αποκλείει αναιτιολόγητα από τα δικονομικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. «Έτσι διαμορφώθηκε και το δικαιικό πρότυπο που προτάσσει τις εγγυήσεις της δίκαιη δίκης για τον ανήλικο και την ποινική μεταχείριση του με βάση την αρχή της αναλογικότητας». Στο ίδιο πλαίσιο «διαμορφώθηκε η ιδέα της συμμετοχικής δικαιοσύνης όπου τονίζεται η σημασία της σύμπραξης του ανηλίκου και της αυθύπαρκτης προσωπικότητας του στη διαμόρφωση και την εφαρμογή των όποιων ποινικών αποφάσεων, πράγμα που βοηθά στην αποφυγή υποτροπών αλλά εδραιώνει και την εμπιστοσύνη του ανηλίκου απέναντι στο ποινικό σύστημα». Δύσκολο να φανταστούμε βέβαια κάτι τέτοιο τουλάχιστον τώρα. Τόνισε τη σημασία να μην στιγματιστεί με φυλάκιση ο έφηβος και για το σημαντικό έδαφος που έχει κερδίσει η λειτουργία της διαμεσολάβησης για μια επανορθωτική και αποκαταστατική δικαιοσύνη. Ο ανήλικος έρχεται αντιμέτωπος σε διάλογο με το όποιο θύμα του και με την συμβολή του διαμεσολαβητή αντιμετωπίζεται με τον αποδοτικότερο τρόπο ως μοχλός διαπαιδαγώγησης. Ο κ. Πανάγος κατέληξε λέγοντας ότι στην Ελλάδα διαθέτουμε ένα άρτιο θα μπορούσε να πει κανείς νομικό πλαίσιο για την μεταχείριση των ανηλίκων ενώ ο εγκλεισμός παραμένει το έσχατο μέτρο του εφαρμοστή του δικαίου, το ποινικό δίκαιο ανηλίκων είναι αυτοτελής κλάδος του ποινικού δικαίου με δική του οντότητα. Οι δικαστικοί λειτουργοί συνεργάζονται με τους ειδικούς επιστήμονες ενώ έχουν κατοχυρωθεί και τα δικαιώματα του ανήλικου από το πρώτο στάδιο της διαδικασίας. «Ωστόσο το νομικό αυτό πλαίσιο και η εφαρμογή του βρίσκει συχνά ανάχωμα σε δομικές ανεπάρκειες της ποινικής δικαιοσύνης και του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας». Αναφέρθηκε στις ελλείψεις και στην δραματική υποστελέχωση των υπηρεσιών επιμελητών ανηλίκων. «Δυστυχώς το δίκαιο του παιδιού δεν περιλαμβάνεται στη βασική εκπαίδευση της σχολής δικαστικών λειτουργών παρά τη δεδομένη στην πράξη ευαισθησία των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών. Για τη φιλική προς το παιδί δικαιοσύνη απαιτείται η άμεση ενίσχυση των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών μέσω εκπαιδευτικών πρακτικών όσο κυρίως η ενίσχυση των παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών στο πεδίο της παιδικής προστασίας». Προς το παρόν, βέβαια, άλλα επιφύλαξε και επιφυλάσσει προσεχώς ο Υπουργός Δικαιοσύνης και για τα παιδιά.
[Θυμίζω εδώ ότι την εισήγηση του Άγγλου καθηγητή για το πώς αντιμετωπίζονται οι ανήλικοι στην Αγγλία και την Ουαλία την παρέθεσα στο πρώτο κείμενο για το Συνέδριο].
Διαφωτιστική η τοποθέτηση της καθηγήτριας εγκληματολογίας στο Πάντειο Χριστίνας Ζαραφωνίτου «Για την ανάγκη ορθολογικοποίησης των ποινικών κυρώσεων ως έκφραση μιας αποτελεσματικής και ανθρωποκεντρικής πολιτικής». Όπως είπε, «αν και στη σύγχρονη εποχή η ανάγκη για ασφάλεια έχει μια πρωτεύουσα ιεράρχηση για την καθημερινότητα των πολιτών, μια αντεγκληματική πολιτική που εξαντλείται αποκλειστικά στις ποινικές κυρώσεις δεν μπορεί να είναι ορθολογική, δεδομένου ότι οι θεμελιώδεις πυλώνες της (πρέπει) είναι η πρόληψη, η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και η κοινωνική επανένταξη». Αναφέρθηκε στον Αριστοτέλη, στον Πλάτωνα και στην κλασική Αθήνα, όπου η ποινή δεν αποτελούσε μια απλή εκδίκηση αλλά είχε στόχο την επίτευξη κάποιου κοινωνικού οφέλους. «Ως γνωστόν, η ιδέα της αναλογικότητας μεταξύ εγκλήματος και ποινής υποστηρίχτηκε από την κλασική σχολή του ποινικού δικαίου. Το μοντέλο αυτό βασισμένο στην αρχή της ελεύθερης βούλησης απέδωσε αποτρεπτικό χαρακτήρα στην ποινή χωρίς στοιχεία εκδικητισμού». Η καθηγήτρια συνέχισε με την αναδρομή και τους σταθμούς που καθόρισαν τη λογική της επιβολής ποινής και την αναμόρφωση των ποινικών πρακτικών ώστε να γίνουν πιο ανθρώπινες, πιο δίκαιες και πιο αποτελεσματικές συνδυασμένες με την κοινωνική επανένταξη. Μίλησε στη συνέχεια αναλυτικά για τις δύο όψεις (αναμορφωτικό και τιμωρητικό) αυτού του κοινωνικού προβλήματος της εγκληματικότητας και τις υπερβολές τους με αναφορά στο δόγμα μηδενικής ανοχής στις ΗΠΑ στις ιδιωτικές φυλακές, στις αυξανόμενες ποινικοποιήσεις συμπεριφορών και στα θλιβερά τους αποτελέσματα. «Η έντονη τότε πολιτικοποίηση της εγκληματικότητας επηρέασε με τη σειρά της την αντεγκληματική πολιτική μέσα από τη διαμόρφωση μιας εκφραστικής, συμβολικής και δημαγωγικής δικαιοσύνης». Εξήγησε το πόσο δύσκολα επιτυγχάνεται στην πράξη η επιζητούμενη ισορροπία μεταξύ δράστη, θύματος και κοινωνίας και πως αυτή η δυσκολία δημιουργεί τάσεις δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και έλλειψη εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης και στην αμφισβήτηση ακόμα και της ακεραιότητας της. Σημείωσε ότι τέτοιες τάσεις είναι εντονότερες μεταξύ των συμπολιτών μας που αισθάνονται μεγαλύτερη ανασφάλεια και το φόβο του εγκλήματος. «Οι δυο όψεις της πολιτικοποιημένης αντιμετώπισης του προβλήματος αντανακλώνται από την μια πλευρά ως έντονη τιμωρητικότητα και από την άλλη ως ατιμωρησία. Και οι δύο όμως βασίζονται σημαντικά στο συναισθηματισμό των κοινωνικών ομάδων στις οποίες απευθύνονται και στην εκάστοτε συγκυρία κι ως εκ τούτου απέχουν κατά πολύ από την ορθολογική θεώρηση που απαιτείται». Τόνισε ότι και οι κριτικές προς τις δυο αυτές πλευρές είναι επιλεκτικές, υποκειμενικές και αυθαίρετες ενώ «με δεδομένο ότι ο νομικός πολιτισμός μας έχει ορθά ταχθεί υπέρ του λεγόμενου σωφρονιστικού ιδεώδους η σκοπιμότητα της ποινής έχει σαφή προσανατολισμό προς τη γενική και ειδική πρόληψη που εστιάζει στον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής». Επικαλούμενη τον Ιάκωβο Φαρσεδάκη (1940-2024) σημείωσε ότι: «Η ποινή απαιτείται και σε είδος και σε μέτρο να είναι αναλογική με τη βαρύτητα του τελεσθέντος αδικήματος». Η αναλογία αυτή αποτελεί αναμφισβήτητα το εχέγγυο ισοτιμίας και νομιμότητας αλλά η καταλληλότητα και η αποτελεσματικότητα της ποινής δεν εξαντλείται σε αυτήν, σημείωσε η κα Ζαραφωνίτου, αλλά και στην προϋπόθεση να υπάρχει πάντα από το δικαστή η εξατομίκευση της ποινής και του τρόπου έκτισης της με βάση και την προσωπικότητα του κάθε κατηγορουμένου. «Στη βάση της ισότητας και της νομιμότητας η κάθε προσέγγιση οφείλει να αποκλείει πρακτικές διακρίσεων, διαφθοράς και πελατειακού συστήματος επιβεβαιώνοντας το κύρος του θεσμού της δικαιοσύνης σε μια ωφελιμιστική πάντα προοπτική πρόληψης και κοινωνικής επανένταξης». Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στις απαιτούμενες προϋποθέσεις ενεργοποίησης σειράς εναλλακτικών της φυλάκισης κυρώσεων, στην εφαρμογή κάθε ποινής στο κατάλληλο πάντα αξιολογημένο πλαίσιο από το κατάλληλο επιστημονικό και σωφρονιστικό προσωπικό, στην ορθή έκτιση των ποινών με πλήρη προγράμματα εκπαίδευσης, πρόσληψη ειδικευμένων επιστημόνων, εγκληματολόγων κλπ. Επισήμανε τέλος την ανάγκη για μια αναθεωρημένη προσέγγιση της φροντίδας της πολιτείας μετά την αποφυλάκιση και την κοινωνική επανένταξη αλλά και την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων κάτω από μια ομπρέλα συστηματοποιημένης προσέγγισης. Αναφέρθηκε στην ανάγκη δημιουργίας ειδικών μονάδων υπηρεσιών προστασίας μαρτύρων και θυμάτων σε κάθε πρωτοδικείο, στην ανάγκη να υποστηριχθούν όπου είναι δόκιμες και κατάλληλες οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών και βέβαια να προστατευτούν και να ενισχυθούν τα θύματα που έχουν ανάγκη έτσι ώστε να ακολουθήσουν την πορεία διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους σε όλο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης από την ΕΛ.ΑΣ έως και την έκδοση της απόφασης. Βασική προϋπόθεση για όλα αυτά, σημείωσε η καθηγήτρια, είναι η θεμελίωσή τους μέσα από επιστημονική έρευνα και η δημιουργία ανάλογων επιστημονικών μηχανισμών σε όλα τα συναρμόδια υπουργεία, όπως έχει προτείνει με υπόμνημα η Ελληνική Εταιρεία Εγκληματολογίας το 2021 στην επιτροπή της Βουλής.
Ο αν. καθηγητής Νομικής ΔΠΘ Κώστας Κοσμάτος μίλησε για τις συνέπειες της αυστηροποίησης τους μύθους που καλλιεργούνται και την πραγματικότητα. Δήλωσε ότι ένιωσε άβολα όταν άκουσε τον καθηγητή κ. Μπραουν να παραθέτει όλα τα διαθέσιμα αναλυτικά στοιχεία καταγραφών από τούς επισήμους φορείς της χώρας του σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου οι επιστήμονες (και όχι μόνο) αναγκάζονται να αναζητούν στοιχεία για τις έρευνες σχεδόν στα τυφλά.
Συνέχισε με τη διάκριση μεταξύ της εμφανούς (δικαστικά διαπιστωμένης ή και στο στάδιο της αστυνομικής καταγγελίας) και της αφανούς εγκληματικότητας που εκτείνεται σε ένα μεγάλο και πολλές φορές άγνωστο φάσμα. Τόνισε ότι οι μετρήσεις δείχνουν ότι η αφανής εγκληματικότητα είναι περίπου το 70% της συνολικής. Αναφέρθηκε στους παράγοντες που επηρεάζουν τα στοιχεία όπως η καταγγελία του εγκλήματος και η αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών. Επίσης τόνισε ότι η εξιχνίαση των εγκλημάτων τελεί σε απόλυτη συνάρτηση με την αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών. «Στο μέτρο άντλησης στοιχείων για την ανάδειξη ή εύρεση της αφανούς εγκληματικότητας ο έλεγχος των διωκτικών αρχών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα και το εύρος της φανερής εγκληματικότητας». Όμως όπως παρατήρησε ο κ. Κοσμάτος αυτό μπορεί να γίνει και μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας. Έφερε παράδειγμα την αποτύπωση σε στατιστικούς πίνακες την μεγάλη αύξηση των κακουργημάτων από χρόνο σε χρόνο που φυσικά δεν οφείλεται στο ότι οι πολίτες άρχισαν να διαπράττουν βαριά εγκλήματα αλλά στο ότι νομοθετικά πολλά πλημμελήματα αναβαθμίστηκαν σε κακουργήματα ενώ σημαντική παράμετρος είναι και η αυξημένη θεατότητα των εγκλημάτων (μέσω των ΜΜΕ). Τα ελλιπή στατιστικά στοιχεία πλην των καταγραφών της ΕΛ.ΑΣ δείχνουν τις τάσεις που υπάρχουν ανά έτος και ανά έγκλημα χωρίς όμως κανένα ποιοτικό χαρακτηριστικό. Έδωσε εδώ το παράδειγμα των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών όπου περιλαμβάνονται τα πάντα από τη χρήση μέχρι τη διακίνηση με αποτέλεσμα κανείς να μη μπορεί να αντιληφθεί σε ποιο από τα δύο έχουμε αύξηση. «Αυτές οι ελλείψεις στις ποσοτικές και ποιοτικές καταγραφές όμως συνεπάγονται μια νομοθέτηση όχι με βάση τα στοιχεία αλλά το ένστικτο που αλλοίωσε και τον Π.Κ. του 2019». Δήλωσε εντυπωσιασμένος για το γεγονός ότι όλες οι τροποποιήσεις έγιναν χωρίς νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, χωρίς κανένα δεδομένο. «Όλα μένουν στο πεδίο του ενστίκτου και της τηλεθέασης».
Στη συνέχεια ο κ. Κοσμάτος παρουσίασε τα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2011-2023) για το σύνολο εγκλημάτων και δραστών, από τα οποία προκύπτει ότι η εγκληματικότητα στη χώρα μας μέχρι το 2021 βρίσκεται σε μια «σταθερότητα» στο σύνολο των εγκλημάτων ενώ από το έτος 2022 έχει αυξητική τάση συνολικά σε ποσοστό 20% με τη συμμετοχή των ανηλίκων να κυμαίνεται διαχρονικά από 3%-7%. Εμφανίζεται δε ιδιαίτερα αυξητική τάση το έτος 2023 (η ετήσια μεταβολή για τα έτη 2022 και 2023 εγκλημάτων ανηλίκων αφορά σε αύξηση της τάξης του 61,4%).
«Επομένως η αυστηροποίηση που νομοθετήθηκε δεν έχει ως όφειλε αποδώσει καρπούς και ο φόβος της φυλακής στους ανήλικους μοιάζει να μην πιάνει καθόλου. Το καίριο που μπορεί επίσης κάποιος να δει είναι ότι τα ποσοστά ανεξιχνίαστων εγκλημάτων είναι εξαιρετικά μεγάλα. Αν δει κανείς την επετηρίδα της ΕΛ.ΑΣ (2021, 2022, 2023) βλέπει ότι από το 40% έως το 60% του συνόλου των εγκλημάτων είναι ανεξιχνίαστα. Εδώ είναι η ατιμωρησία και όχι στο αν θα μπει κάποιος 12 ή 14 χρόνια στη φυλακή.
Στη συνέχεια παρουσίασε τον πίνακα με τον αριθμό κρατουμένων και την χωρητικότητα κάθε φυλακής (με τελευταία επίσημη καταγραφή το 2024) δείχνοντας την επίδραση και τις συνέπειες που έχουν αυτές οι τροποποιήσεις στο σωφρονιστικό σύστημα. 969 περισσότεροι κρατούμενοι σε ένα εξάμηνο του 2024 (αύξηση 10%) . Ο κ. Κοσμάτος κατέληξε στα προφανή συμπεράσματα ότι στατιστικά αποδεικνύεται πως η αυστηροποίηση στην απειλή της ποινής όχι μόνο δεν φέρνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα αλλά φαίνεται να είναι μάλλον αδιάφορη. Έκλεισε μιλώντας για την επίδραση της αυστηροποίησης των επιβαλλομένων ποινών στις ήδη άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων και τη χώρα να κινδυνεύει άμεσα από ένα διεθνή εξευτελισμό μέσω δημόσιας δήλωσης της CPT (Επιτροπή Πρόληψης Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης). Η χώρα μας, τόνισε, έχει πρωτιά με 10% κρατούμενων σε ισόβια και με το αντίστοιχο ποσοστό στο εξωτερικό να είναι 1-3%. «Βρισκόμαστε σε μια καμπή όπου η επιστημονική κοινότητα θα πρέπει να πάρει θέση αρχικά για το πού πηγαίνει το ποινικό μας σύστημα, να ξαναγυρίσουμε στις ιδέες του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου και στην άμεση ανάγκη να εξανθρωπίσουμε τις φυλακές».
Ακολούθησε η ομιλία του δικηγόρου και καθηγητή στο Ελληνικό Ανοιχτό πανεπιστήμιο Ευτύχη Φυτράκη που μίλησε για την ποινική αυστηρότητα ως δόγμα; «Θα μιλήσω για την ποινική αυστηρότητα και συχνά όλοι θα έχετε ακούσει το δημοσιογραφικό όρο για την παραδειγματική τιμωρία μετά από κάποιο βαρύ έγκλημα. Είναι όμως αυτό δικαιοσύνη;» Αναφέρθηκε στην καραμέλα της αυστηρότητας που τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ταυτίστηκε με μια θετική διάσταση του ποινικού συστήματος ενώ τείνει να διαμορφωθεί σε δόγμα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. «Η Θέμιδα, όμως, εκτός από σπαθί κρατάει και ζυγαριά. Η αυστηρότητα στη χώρα μας μεταφράζεται σε τιμωρητικότητα, αναδεικνύοντας την τιμωρία ως αυτοσκοπό και ειδικότερα η σωφρονιστική αυστηρότητα». Ο κ. Φυτράκης σημείωσε το ότι ο νομοθέτης (σ.σ. της κυβέρνησης Μητσοτάκη) δεν αρκέστηκε στην αύξηση των ποινών και τη διεύρυνση των αντικειμενικών υποστάσεων αλλά επέφερε μια αλλαγή στο σωφρονιστικό δίκαιο όσον αφορά την έκτιση των ποινών, την υφ’ όρον απόλυση, τα δικαιώματα μεταγωγής και έκτισης της ποινής σε ημιανοιχτό καθεστώς, τις άδειες κλπ. «Η έννοια της αυστηρότητας υπάρχει στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ως απαγόρευση, ως όριο (άρ. 49) που δεν πρέπει να υπερβαίνει τη βαρύτητα του εγκλήματος». Σημείωσε εδώ το ότι υπάρχει τα τελευταία χρόνια άνθηση της βιβλιογραφίας για το αντίθετο της αυστηρότητας, δηλαδή για την ηπιότητα και για την επιείκεια. «Αν αναζητήσει δε κανείς στο google την έννοια της αυστηρότερης ποινής θα βρει 140.000 αποτελέσματα. Παντού κυριαρχεί ένας αυστηροποιητικός λόγος (αυστηρότητα για πρόσωπα, για τους γονείς για τους ανηλίκους κλπ.) και για ορισμένες (πολλές) πράξεις. Τελικό αποτέλεσμα η υπερεγκληματικοποιήση πράξεων, η υπερποινικοποίηση και η υπερφυλακοποίηση όπως και η δικονομική αυστηρότητα (προσωρινή κράτηση αναστολές κλπ.)». Ο κ. Φυτράκης χαρακτήρισε ως προμετωπίδα όλων των προτάσεων της πολιτείας για την αντιμετώπιση όλων των κοινωνικών προβλημάτων τη δημιουργία νέων ποινικών εγκλημάτων και ότι οι δράστες θα οδηγούνται στη φυλακή εδώ και τώρα. Πάνω στο νόμο Παρασκευόπουλου χτίστηκε μια μοναδική μηχανική για την καταγγελία του ποινικού συστήματος Η ιστορία αυτή ανέβηκε στα ουράνια με τον νέο Ποινικό Κώδικα του 2019 οπότε πάνω σε αυτό δημιουργήθηκε η προπαγάνδα ότι για κάθε πρόβλημα φταίει ο Ποινικός Κώδικας. Δαιμονοποιήθηκε όλη η πλευρά των φιλελεύθερων θεσμών του ποινικού δικαίου». Όπως είπε, η τιμωρητικότητα ωθεί στην εγκατάλειψη των Αρχών του Ανθρωπισμού, την απομάκρυνση από τα ατομικά δικαιώματα ως περιττού «δικαιωματισμού» και την αποσύνδεση των ποινών από την ανάγκη για δικαιολόγηση του σκοπού τους μέσω στατιστικής επαλήθευσης. Ότι, συνέχισε, ο νομοθέτης δεν ενδιαφέρεται για τις καταγραφές και τους δείκτες εγκληματικότητας προκειμένου να δικαιολογήσει τις ποινές στο μέτρο που παράγουν πολιτικό επικοινωνιακό αποτέλεσμα και δικαιολογούν έτσι την νομοθεσία ή την εξαγγελία. «Αντί για τον σκοπό του σωφρονισμού έχουμε πλέον την τιμωρία και την αχρήστευση και αυτή η τάση έχει την υποστήριξη των ΜΜΕ. Τι θα κάνετε, ρωτάει ο δημοσιογράφος τον πολιτικό που έχει απέναντι, μετά από ένα φρικτό έγκλημα και η απάντηση είναι θα αυξήσω τις ποινές και θα τους κρατήσω όλους μέσα. Πάνω δε σε αυτή την ατζέντα ακραία κερδοσκοπούν ακροδεξιές απόψεις, φιλοναζιστικά κόμματα κλπ., φτάνοντας να ζητούν μέχρι και την επαναφορά της θανατικής ποινής». Χαρακτηριστικό ανάμεσα στα παραδείγματα που ανέφερε ο ομιλητής ήταν ότι στον εγκλεισμό ανηλίκων έχουμε αύξηση 250% το 2024. «Φτάσαμε σήμερα στην πλήρη αλλαγή της εγκληματικής πολιτικής, στη νομοθέτηση χωρίς επιστημονική εγκληματολογική τεκμηρίωση, σε Ποινικό Δίκαιο παραγωγής εντυπώσεων (συμβολικό), σε κανένα γενικοπροληπτικό αποτέλεσμα, σε έλλειψη εμπιστοσύνης στην ποινική δικαιοσύνη και στην οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού τόσο από το σωφρονιστικού συστήματος όσο και από τα πρόστιμα του ΕΔΔΑ, κυριαρχία του ποινικού λαϊκισμού και εθισμός του κοινού και των ΜΜΕ σε όλο και πιο αυστηρές ποινές Κι όλα αυτά χωρίς καμιά μείωση της εγκληματικότητας».
Στο σημείο αυτό ήταν χαρακτηριστική η παρέμβαση ενός ακροατή του Συνεδρίου που παίρνοντας αφορμή από τον ποινικό λαϊκισμό διάβασε μια γραπτή ρήση του χουντικού Στυλιανού Παττακού για τους εξ αμελείας εμπρηστές δασών «για τους οποίους, όποια ποινή και να τους επιβληθεί, θα ήτο επιεικής». Ο ακροατής αναρωτήθηκε σε τι διαφέρει άραγε η αντίστοιχη δήλωση Φλωρίδη.
[1η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Πρώτη Συνεδρία]
[2η Μέρα – Δεύτερη Συνεδρία]





