η Δεξιά και η Αριστερά
Ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενό του από τις σελίδες του «Ιού» το 1993
Γράφει το «Χωρίς Εφημερίδα»
[18.8.2026]
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς που πέθανε σήμερα ήταν για μας δάσκαλος, σύντροφος, φίλος. Εδώ και δεκαετίες, ο πιο σημαντικός στοχαστής της Αριστεράς στη χώρα μας.
Θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά κολακευτικά γι’ αυτόν. Κάποιοι, όμως, θα θυμηθούν μόνο την εκλογή του στην Ακαδημία Αθηνών και θα ξεχάσουν τη σχέση του Κωνσταντίνου με την Αριστερά. Θα ξεχάσουν την επιλογή του να αποδεχθεί τη θέση του βουλευτή επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ που του πρότεινε ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 καθώς και την αποδοχή της θέσης του σύμβουλου έκδοσης της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Και ίσως πίσω απ’ τα καλά λόγια, πίσω απ’ τους θερμούς «αποχαιρετισμούς», επαναληφθεί και μ’ αυτή την ευκαιρία το μοντέρνο σύνθημα της Δεξιάς σε όλο τον κόσμο, ότι δηλαδή έχει πλέον ξεπεραστεί το χάσμα Δεξιάς-Αριστεράς.
Το είχε υποστηρίξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του για τα 50 χρόνια της Νέας Δημοκρατίας (4.10.2024), λέγοντας: «Το βλέμμα μας δεν κοιτά ούτε αριστερά, ούτε δεξιά, κοιτάει μόνο μπροστά. Μόνο μπροστά». Το βίντεο με αυτή τη φράση, μάλιστα, το μετέδωσε και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, καταγγέλλοντας τον πρωθυπουργό ότι την έκλεψε. Είχε, μάλιστα αποσπάσματα από δικές της ομιλίες το 2019 και το 2024, όπου πράγματι έλεγε ακριβώς την ίδια φράση και συμπλήρωνε ότι «αυτό είναι το σύνθημά μας».
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το «σύνθημα» το ανακάλυψε πρώτος ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος ίδρυσε την «Πολιτική Άνοιξη» το 1993 με κεντρικό σύνθημα την «υπέρβαση». Το κόμμα του δηλαδή εμφανιζόταν ως το κόμμα που θα αναγεννούσε την πολιτική, ξεπερνώντας τις αντιθέσεις Δεξιάς και Αριστεράς.
Μεταφέρουμε εδώ την σημαντική απάντηση που μας είχε δώσει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο ερώτημα τι σημαίνει αυτή η επαγγελία της πολιτικής «υπέρβασης», η προβολή της άρσης του χάσματος Δεξιά-Αριστερά και ο ρόλος των ΜΜΕ σ’ αυτή την προοπτική. Θυμίζουμε ότι μόλις τότε είχε επιτραπεί στους επιχειρηματίες να ιδρύουν ιδιωτικά κανάλια και ραδιόφωνα.
Το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δημοσιεύτηκε στη σαββατιάτικη στήλη του «Ιού» που ονομαζόταν «Καραμέλα», στην «Ελευθεροτυπία» πριν από 33 χρόνια (17.7.1993). Ας διαβαστεί αυτό το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, γιατί δίνει απάντηση στο βασικό ερώτημα της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης σε όλο τον κόσμο.
Μας απαντούσε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς:
1. Η προσφυγή σε όρους όπως «υπέρβαση», «ήθος», «θεσμοί» κ.λπ. δεν είναι καθόλου αθώα και έχει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Χωρίς να το λέει, είναι μια πολιτική που επαγγέλλεται την αποπολιτικοποίηση μέσω της εξουδετέρωσης του παραδοσιακού περιεχομένου των πολιτικών λεξιλογίων, και της απομάκρυνσης του πολιτικού παιγνίου από οποιαδήποτε ουσιαστικά κοινωνικά διακυβεύματα. Στόχος είναι να αμβλυνθεί η εμβέλεια του νοητού ιδεολογικού άξονα Δεξιάς-Αριστεράς γύρω από τον οποίο εννοιοποιούνται τα αντιπαρατιθέμενα κοινωνικά προτάγματα. Όμως, έστω και αν οι παραδοσιακές πολιτικές κρυσταλλώσεις εμφανίζονται πιο προβληματικές απ’ ό,τι στο παρελθόν, τα καίρια ζητήματα της ανακατανομής των πόρων, της άμβλυνσης των ανισοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης και επιείκειας δεν μπορεί παρά να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών αγώνων. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που επιδιώκεται να «ξεπεραστεί» και ει δυνατόν να εκβληθεί οριστικά από το πολιτικό παιχνίδι. Η εμμονή στη συνθηματολογία της «υπέρβασης» και της «αρετής» ως βασικών αιτημάτων μιας πολιτικής κίνησης υπαινίσσεται λοιπόν ότι η πολιτική δεν «πρέπει» να έχει παρεμβατικές βλέψεις, ότι αρκεί να προστατεύει τους «θεσμούς» και ότι ο ρόλος της πρέπει να εξαντλείται σε μια απλή τίμια διαχείριση, οπότε και το ύψιστο αιτούμενο είναι η εξασφάλιση της καθαρότητας της διαχείρισης αυτής, η οποία έχει ως αντικείμενο το υφιστάμενο σύστημα των κοινωνικών και οικονομικών εξουσιών. Έτσι ακριβώς επιχειρείται η υποβάθμιση της όποιας πολιτικής λειτουργίας της πολιτικής. Μια «απλώς» ενάρετη πολιτική διαχείριση είναι συνώνυμη με μια πολιτική χωρίς πρόγραμμα και χωρίς πρόταγμα, δηλαδή με μια πολιτική που έχει ως μόνο πρόγραμμα τη συντήρηση, μια πολιτική που αυτοαναιρείται ως πολιτική.
2. Είναι αλήθεια ότι τα ΜΜΕ φαίνεται ότι μπορούν να «κατασκευάζουν» πολιτικές κινήσεις με όρους διαφορετικούς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Πράγματι, αντίθετα με τον έντυπο λόγο, η τηλεοπτική εικόνα μπορεί να δημιουργεί και να προωθεί με την απλή προβολή και δημοσιότητα. Τα ΜΜΕ δημιουργούν το υπάρχον χωρίς να χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουν και χωρίς να προσφύγουν στον λόγο.
Η σκηνική παρουσία αρκεί για την κατασκευή ειδώλων. Πράγμα που ενισχύεται με την «αντικειμενικότητα» των εικόνων που επιλέγονται χωρίς να φαίνεται η αυστηρότατη διαδικασία της επιλογής. Στο πλαίσιο αυτό, ή επίφαση της αποστασιοποίησης του λόγου-σχολίου επιτείνει τη δύναμη της εικόνας-είδησης. Χαρακτηριστική είναι η μέθοδος της τηλεοπτικής σφυγμομέτρησης του κοινού: αυστηρότατα επιλεγμένες και σκηνοθετημένες «απαντήσεις» εμφανίζονται ως ουδέτερη κοινή γνώμη, κατασκευάζοντας έτσι μια «πραγματική» κοινή γνώμη. Έτσι, όπου η πλασματική ουδετερότητα του παρουσιάζειν «αντικειμενικές» εικόνες συνοδεύεται από μιαν εξίσου πλασματική αλλά υποβολιμαία απο-πολιτικοποίηση και απο-κοινωνικοποίηση του πολιτικού διακυβεύματος, επιτείνεται το επιδιωκόμενο διαζύγιο ανάμεσα στην πολιτική πράξη και τον κοινωνικό λόγο. Αν με την επικράτηση της εικονογραφημένης πολιτικής ειδησεογραφίας δομούνται πολιτικές κινήσεις και πολιτικά κόμματα, ταυτόχρονα απο-δομείται το πολιτικό φαινόμενο.
3. Η παρέμβαση των ΜΜΕ δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική αν δεν ήταν ομόφωνη. Αντίθετα με την εφημερίδα γνώμης που αρθρώνει το δικό της λόγο, τα κατ’ επίφασιν ουδέτερα ΜΜΕ συντονίζονται ηθελημένα ή αθέλητα στην κατασκευή των ειδησεογραφικών διακυβευμάτων.
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα ΜΜΕ δεν είναι ιδεολογικός ή πολιτικός, αλλά καθαρά εμπορικός. Αν σκεφτούμε λοιπόν ότι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, όλα σχεδόν τα ΜΜΕ είναι συγκροτημένα σε ένα παγιωμένο ολιγοπώλιο, πίσω από το οποίο κρύβονται πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα, δεν θα πρέπει να απορούμε γιατί το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπουν είναι παραπλήσιο.
Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η οικονομική ολιγαρχία φοβάται την αναγέννηση της πολιτικής, η οποία και μόνο θα ήταν δυνατόν να ανατρέψει τα δεδομένα πλέγματα εξουσιών. Είναι προφανές ότι μόνο οι εμπεδωμένοι κυρίαρχοι του εξουσιαστικού παιχνιδιού έχουν συμφέρον να απο-πολιτικοποιήσουν και να θεατροποιήσουν τον πολιτικό λόγο, να εξουδετερώσουν τον άξονα Δεξιά-Αριστερά και να ενισχύσουν εκ του αφανούς πολιτικούς λόγους που το μόνο που επιχειρούν να «υπερβούν» είναι την ίδια την πολιτική. Όταν η πολιτική γίνει οριστικά διαχείριση και μόνον, τότε και οι πολιτικοί θα μπορούν να ελέγχονται ή να αντικαθίστανται. Είμαστε άραγε πολύ μακριά;

